Πριν φτάσω στην Θεσσαλονίκη και διαβάζοντας την υπόθεση της ταινίας Κιμμέρια για να αποφασίσω αν θέλω να την δω, δε μπορώ να πω ότι κατατοπίστηκα και ιδιαίτερα: «Ένας νεαρός αγρότης και η οικογένεια του είναι καταχρεωμένοι σε ένα συγχωριανό τοκογλύφο. Όταν ένα παράξενο διαστημικό αντικείμενο, που παρακολουθείται από μια ξένη υπηρεσία πληροφοριών, πέφτει στο πατατοχώραφο του μέσα στη νεκρά ζώνη, ο τοκογλύφος προσφέρεται να του κόψει μέρος από το χρέος του αν του το παραδώσει.» Έχοντας στο μυαλό μου το κλασσικό «να δούμε τι θέλει να πει ο ποιητής» μπήκα στην αίθουσα. Η παρωδία του Σάιμον Φαρμακά μέσα από τα συνεχή της ευτράπελα και την goofy προσωπικότητα του πρωταγωνιστή της έκανε αρκετούς να γελάσουν και άλλους τόσους να προβληματιστούν. Γιατί τα φαινόμενα όπως το UFO που πέφτει στο χωράφι του Σκεύου συχνά απατούν και στην προκειμένη ακριβώς αυτό κάνουν αν φορέσεις παρωπίδες και σταθείς μόνο σε αυτά. Κιμμέρια όπως Χίμαιρα λοιπόν; Eπειδή τα κίνητρα του Κύπριου σκηνοθέτη δεν ήταν εντελώς ξεκάθαρο, τον συνάντησα για να συνεχίσουμε το Q&A της ταινίας κατ' ιδίαν. 

Σάιμον, αρχικά θα σου κάνω την κλισέ ερώτηση της έμπνευσης, γιατί δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο σενάριο.
Γενικά μου αρέσουν ταινίες ensemble, αυτές που έχουν δηλαδή πολλούς χαρακτήρες, όπως αυτές των Άλτμαν, Πολ Άντερσον... Οπότε πάντα είχα αυτήν την ευαισθησία στην πολυφωνία μιας ταινίας με μικρές διαφορετικές ιστορίες. Η Κύπρος είναι τρανό παράδειγμα των μικρών narratives, είναι εξαιρετικά πολυπολιτισμική, οπότε το ίδιο το νησί είναι η έμπνευση. Είναι αυτό που βλέπεις γύρω σου. Είναι και η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που φτιάχνω, οπότε ίσως να έχω βάλει και παραπάνω πράγματα.

Υπάρχει όμως και ο «μύθος» από πίσω.
Εγώ νιώθω ότι στην Κύπρο υπάρχει μία κρίση ταυτότητας, αν είμαστε Έλληνες ή Κύπριοι. Το νιώθεις σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο. Άλλοτε συμφέρει να λέμε ότι είμαστε Έλληνες, άλλοτε ότι είμαστε Κύπριοι, αυτό γίνεται και με τις μεγάλες πολιτικές παρατάξεις στην Κύπρο. Είναι και το αγγλικό στοιχείο... Είναι κάπως ασαφές το τοπίο, ακόμα και στην γλώσσα που είναι τόσο έντονη η διάλεκτος. Είναι και το πρόβλημα με τα κατεχόμενα που και αυτό παίζει τον ρόλο του.

Η Κιμμέρια παύλα Xίμαιρα πώς προέκυψε; Έψαξες να βρεις κάτι να ταιριάζει στο σκεπτικό σου ή εκ των υστέρων «κούμπωσε» στην υπόθεση της ταινίας όπως είχε διαμορφωθει;
Πρώτα ήρθε η ιδέα της ταινίας. Μάλιστα ξεκίνησε με διαφορετικό τίτλο, θα λεγόταν Amor Fatti, αλλά μετά προέκυψε μέσα από το σενάριο. Όταν σχηματίστηκε όλο, από μόνο του βγήκε το Κιμμέρια. Όταν αποφασίσαμε, το στόρι του Σκεύου με τη μάνα του που ενδεχομένως να ζούσε ενώ την θεωρούσε νεκρή, ενεπλάκη ο Όμηρος με τον Οδυσσέα που έπαθε κάτι αντίστοιχο. Άμα έχεις μία ιδέα που αγαπάς, με κάτι θα ταιριάξει και όλα δένουν σε κάποια στιγμή από μόνα τους.

Πάντως, δεν είναι μία εύκολη αλληγορία, καθώς μεσολαβεί και η παρωδία.
Δεν ήταν εύκολο, δεν ξέρω και πώς βγαίνει στον θεατή. Δεν ήθελα να κάνω μια αλληγορική ταινία με ένα σωρό μηνύματα. Ήθελα να περάσει καλά ο θεατής, να του αρέσει ή όχι, αλλά αν κάποιος ψάξει και θέλει να το μελετήσει περαιτέρω, να έχει κάτι να βρει πίσω από την σουρεαλιστική υπόθεση.

Άρα δεν θα σε πείραζε κάποιος να στεκόταν στην επιφάνεια, χωρίς να καταλάβει τί κρύβεται από πίσω;
Όχι, θα ήμουν πάλι ικανοποιημένος. Γιατί έτσι γίνεται κιόλας τις περισσότερες φορές. Είναι λογικό στην συγκεκριμένη περίπτωση το κοινό να σταθεί στην τρελή ενέργεια της ταινίας. Ένας να το εκτιμήσει και να καταλάβει ότι κάτι άλλο υπάρχει, μ' αρέσει αυτό. Όπως εσύ με την ερώτηση που μου έκανες μετά την προβολή της ταινίας.

Μα είναι τόσο χαρακτηριστικό το χαϊδευτικό του πρωταγωνιστή «Σκεύος».
Καταρχάς στην επαρχία Αμμοχώστου που διαδραματίζεται το έργο το Παρασκευάς Παρασκευά είναι κοινό όνομα. Είναι και ο Παρασκευάς στον Ροβινσώνα Κρούσο που έχει μία συμπληρωματική ερμηνεία, αλλά πιο πολύ εμένα μου κόλλησε από το «σκεύος» που μεταφέρει μία ιδέα και μία υπόνοια ότι υπάρχει και δεύτερη ανάγνωση στην ταινία.

Έχει να κάνει και με το γεγονός ότι είναι υποχείριο των καταστάσεων που του υπαγορεύουν μία προδιαγεγραμμένη ζωή;
Είναι ακριβώς αυτό που λες. Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον που λένε. Είναι ένα δοχείο που χρειάζεται μια ώθηση για να ξεφύγει.

Φοβήθηκες καθόλου μήπως ο κόσμος στην Κύπρο παρεξηγήσει την διακωμώδηση των περιστατικών που υποβόσκουν ως νόημα;
Μου αρέσει το αγγλικό χιούμορ, το γεγονός ότι οι Άγγλοι γελάνε με τον εαυτό τους, τον κοροϊδεύουν. Είμαι κι εγώ Κύπριος, και εμένα σχολιάζει η ταινία. Δεν φοβήθηκα ότι κάποιος μπορεί να προσβληθεί, όμως ένιωσα ότι θα ήταν ωραίο να εκθέσουμε κάποιες ιδιαιτερότητες που συχνά παίρνουμε πιο σοβαρά από ό,τι θα έπρεπε. Και στην προβολή στην Κύπρο δεν κατάλαβα κάτι τέτοιο. Δεν το είχα σκεφτεί για να σου πω την αλήθεια και τώρα που μου το ρώτησες το επεξεργάζομαι.

Άρα οι αντιδράσεις του κόσμου ποιες ήταν;
Επειδή η ταινία έχει μία κωμική εξέλιξη που καταλήγει σε ένα δραματικό φινάλε, εμένα μου αρέσει το γλυκόπικρο συναίσθημα που αφήνει στο τέλος. Ήθελα να σε έχει «ενοχλήσει» στο τέλος. Νιώθω ότι κάποιοι ήθελαν να παραμείνει κωμωδία από την αρχή ως το τέλος.

Ναι, αλλά αυτό θα την καθιστούσε εντελώς αναμενόμενη.
Ναι και αυτός ήταν ο στόχος μου, να μην είναι. Ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό, είναι κάπως twerky. Έχει περίεργη αισθητική, με ντοκιμαντερίστικη προσέγγιση.

Μήπως ταυτίζεσαι με το κυνήγι της Χίμαιρας του Σκεύου; Είναι και η πρώτη σου ταινία μεγάλου μήκους... Είναι μήπως το όνειρο, ο δικός σου στόχος με τα σουρεάλ του στοιχεία;
Καλά το λες, είναι ακριβώς αυτό. Και η μεταφορά με τη μάνα του Σκεύου στην ταινία δεν είναι καθοριστική. Δεν υπάρχουν στοιχεία για το αν ζει ή όχι, απλά εκείνος το θέλει τόσο πολύ για να το πιστεύει κιόλας. Έψαχνε μια αφορμή για να τολμήσει να αλλάξει την ζωή του και την βρήκε. Έτσι νιώθω κι εγώ. Δεν ήταν πειραματική ταινία το Κιμμέρια, όμως ένιωθα την ελευθερία σαν πρώτη ταινία να δοκιμάσω πράγματα. Στην δεύτερη μου απόπειρα, πρέπει να παραμείνω πιστός στον Σκεύο. Ό,τι κι αν γίνει στο εξής, να ξέρω πως είναι το ίδιο ταξίδι που συνεχίζω ως σκηνοθέτης.

Ποιες ομοιότητες και διαφορές εντοπίζεις μεταξύ κυπριακού και ελληνικού κινηματογράφου;
Από θέμα δημιουργίας ή αποτελέσματος ταινιών, νομίζω πως έχουν πολλά κοινά. Οι παλαιότεροι σκηνοθέτες από την Κύπρο που ίσως γνωρίζει και το ελληνικό κοινό είχαν ως πρώτη έμπνευση το ελληνικό σινεμά. Από άποψη εκτέλεσης, υπάρχει μεγάλη διαφορά, έχουμε πολλά να μάθουμε εμείς, τώρα ξεκινάμε με κάποιες ταινίες που γίνονται με κανονικό συνεργείο. Πιο παλιά, ήταν πιο... σπιτικά φτιαγμένες και ακόμη ίσως να είναι. Στην Ελλάδα νιώθω ότι υπάρχει η παιδεία και η σπουδή στον κινηματογράφο, μέχρι τον ηλεκτρολόγο και τον μακενίστα κλπ που χρειάζεται για να γίνει η ταινία. Εμείς είμαστε ακόμη λίγο πίσω. Και φυσικά οι τεράστιες επιτυχίες των Ελλήνων σκηνοθετών ειδικά την τελευταία δεκαετία, πλέον έχουν περάσει σε άλλη κατηγορία.

Αυτό που μου έλεγε βέβαια πέρυσι σε συνέντευξή μας ο Αλέξανδρος Αβρανάς, είναι ότι παρά τις βραβεύσεις του όποτε ζήτησε κρατική επιχορήγηση δεν την πήρε ποτέ...
Αυτό συμβαίνει. Δεν ξέρω γιατί. Και στην Κύπρο έχουμε παρόμοια παραδείγματα. Φυσικά υπάρχουν περιορισμένα budget, πόσω μάλλον σε εμάς ειδικά σε σύγκριση με την Γαλλία, την Αγγλία κλπ. 


Ο Σάιμον Φαρμακάς

Σε σας έχει να κάνει με τακτικές μικροπολιτικής;
Θέλω να πιστεύω πως όχι. Στην Κύπρο η διαχείριση του μικρού budget γίνεται σωστά, με έναν τρόπο που βοηθάει στην ανάπτυξη του σινεμά. Αν σκεφτούμε ότι μετά το 1996 έχει σχηματισθεί τμήμα στις πολιτιστικές υπηρεσίες για την κινηματογραφική ανάπτυξη, είναι ακόμα πολύ πρόωρα τα πράγματα. Ο πατέρας μου ήταν κινηματογραφιστής ας πούμε, αλλά τότε έκανε την σκηνοθεσία, την κάμερα, τα φώτα, την παραγωγή, το μοντάζ, σχεδόν όλα. Τα τελευταία 15 χρόνια αρχίζουν να γίνονται πιο επαγγελματικές προσπάθειες σε εμάς με την έννοια του συνεργείου και της ομάδας. Τότε δε μπορούσες να ζήσεις για παράδειγμα ως επαγγελματίας μακενίστας.

Τώρα δηλαδή είναι βιώσιμα τα επαγγέλματά σας;
Είναι δύσκολο ακόμα. Δυστυχώς πολλοί συνάδελφοι είτε σταματούν είτε φεύγουν στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ελπίζω στο μέλλον να μπορεί να γίνεται πιο εύκολα ανταλλαγή τεχνοτροπίας με Ευρωπαίους και να θεωρούνται πλέον κανονικά, βιώσιμα επαγγέλματα. 

Μετά από την προβολή ανέφερες ότι γυρίζατε την ταινία τρία χρόνια και ότι μεσολάβησαν και διάφορα ευτράπελα. Πες μου μερικά από αυτά.
Καταρχάς οι ηθοποιοί δούλευαν και στην τηλεόραση και το θέατρο παράλληλα, οπότε επειδή είχαμε σκηνές με έξι άτομα για παράδειγμα ήταν δύσκολο να συντονιστούμε, είχε βέβαια και πλάκα. Ήταν δύσκολη λοιπόν η οργάνωση, είχαμε πολλούς κομπάρσους που συμμετείχαν κυρίως οικειοθελώς γιατί ούτε αυτό είναι επάγγελμα στην Κύπρο. Άρα έπρεπε να μαζευτούν θείες, θείοι, κουμπάροι, παιδιά κλπ και προφανώς αυτό είχε πλάκα, καθώς πήγαινες στο γύρισμα και όλο και κάποιον δικό σου έβρισκες «χαθήκαμε, πότε θα 'ρθείτε από το σπίτι» και τέτοια. 

Παίζουν συγγενείς σου δηλαδή;
Ναι ναι! (γέλια). Οπότε τους έβλεπες στο σετ, χαίρονταν κιόλας που βοηθούσαν και ήταν όλο κουβεντούλα. Ήταν μία τρελή φάση το να είσαι στο σετ με 50 κομπάρσους γνωστούς και να πρέπει να μάθουν και τα λόγια τους. Τους άφησα να αυτοσχεδιάσουν σε μεγάλο βαθμό, γελούσαμε και μόνο με αυτά που σκεφτόταν ο καθένας. Προέκυψαν σκηνές μάλιστα με αυτόν τον τρόπο, που δεν ήταν στο σενάριο. Στον κρατήρα όπου ο Σκεύος τολμά να βγάλει το UFO βγήκαν πράγματα αυθόρμητα και πολύ οργανικά. Η ταινία έγινε περισσότερο σαν θεατρικό έργο. 

Όπως το εισέπραξα εγώ η ταινία πραγματεύεται το κυπριακό ζήτημα, προσπαθώντας να προβάλλει το πόσο έχει παραπάει αυτή η κατάσταση. Επειδή είναι πάρα πολύ ευαίσθητο το συγκεκριμένο θέμα, δεν είχες δεύτερες σκέψεις για το πώς θα το διαχειριστείς;
Σύμφωνοι, είναι δύσκολο. Και γι' αυτό ήθελα να το κάνω κωμωδία. Δε μπορεί να πει κάποιος το οτιδήποτε γιατί όλα διαδραματίζονται στην σφαίρα της φαντασίας, λέει τα πράγματα όπως είναι κάνοντας πλάκα. Είναι φυσιολογικό αυτό που γίνεται στην Κύπρο; Δεν είναι καθόλου. Είναι UFO, ένα περίεργο κατασκεύασμα. Είναι χίμαιρα. Η Κύπρος είναι πολιτικό κατασκεύασμα για μένα. Δηλαδή ότι έχει τις αγγλικές βάσεις, είναι τα κατεχόμενα, είμαστε την Ευρωπαϊκή Ένωση, είμαστε Έλληνες, είμαστε Κύπριοι.... Είναι κατασκευασμένο όλο.

Λες να ασχοληθεί κανείς περισσότερο τώρα και με την ταινία;
Μπορεί όχι τώρα, ίσως μετά. Αυτό που ένιωσα στην προβολή στην Κύπρο είναι ότι ο κόσμος βγήκε από την αίθουσα αμήχανος. Και μου άρεσε πολύ, δεν ήθελα να ενοχλήσω, αλλά η ταινία είναι ακριβώς αυτό, μια υπερβολή. Πιστεύω πως η ταινία έχει μία διαχρονική αξία που ελπίζω ότι η επόμενη γενιά θα την εκτιμήσει γιατί θα δει μια περιγραφή που θα την ακούν από παππούδες. 

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας Κιμμέρια που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: