Σε ηλικία 8 ετών έγινε η «Παρασκευούλα του Κουτιού», της αγαπημένης, δημοφιλούς και πρωτοποριακής για την εποχή της, παιδικής εκπομπής των '80s της οικογένειας Σοφιανού, «Του Κουτιού τα Παραμύθια» που κρατούσε την καλύτερη συντροφιά σε όλους εμάς που ζήσαμε την παιδική μας ηλικία εκείνη τη δεκαετία. 

Τρεις δεκαετίες μετά, η Παρασκευή Γεωργιάδου, παραμένει η «Παρασκευούλα» της καρδιάς μας και η γλυκιά ανάμνηση μιας παιδικής φίλης που μαζί με το Ρούχλα, τον Φιόγκο, το Σεβαστιανό και τη Μελιά άνοιγαν το «Κουτί» και μας ταξίδευαν στο μαγικό κόσμο των παραμυθιών.

Εμείς αναζητήσαμε την Παρασκευή Γεωργιάδου και χάρη στην πολύτιμη βοήθεια του Φαίδωνα και της Ήβης Σοφιανού, τη βρήκαμε και με χαρά σας παρουσιάζουμε την ενδιαφέρουσα κουβέντα που είχαμε μαζί της για την εμπειρία της συμμετοχής της στη δημοφιλή παιδική εκπομπή, αλλά και για το τί κάνει σήμερα.

Πώς σας επέλεξε η οικογένεια Σοφιανού για την αγαπημένη μας παιδική εκπομπή «Του Κουτιού τα Παραμύθια» και πόσο ετών περίπου ήσασταν τότε;
Η επιλογή ήταν αποτέλεσμα της διορατικότητας που διέκρινε τότε, και συνεχίζει να διακρίνει ακόμα την οικογένεια Σοφιανού. Ήθελαν ένα χαριτωμένο πρόσωπο που να μπορεί να ανταποκριθεί σωστά σε αυτό που είχαν στο μυαλό τους. Ήξεραν τί ακριβώς έλειπε από την ελληνική τηλεόραση τότε, και το γεγονός ότι ήμασταν γείτονες, διευκόλυνε το όλο έργο. Έτσι σε ηλικία 8 ετών έγινα η «Παρασκευούλα του Κουτιού».

Γνωρίζετε και η ίδια πιστεύω ότι ο κόσμος που παρακολουθούσε το συγκεκριμένο παιδικό πρόγραμμα σάς θυμάται και σας αναφέρει ακόμα.
Φυσικά και το γνωρίζω και το θεωρώ μεγάλη τιμή για μένα. Είναι πολύ ενθαρρυντικό να βλέπεις ότι τα παιδιά του τότε, πλέον γονείς και οι ίδιοι φροντίζουν να κρατάνε τον μύθο ζωντανό. Τότε υπήρχε μόνο η τηλεόραση. Τώρα με την βοήθεια της τεχνολογίας, «ΤουΚουτιού τα Παραμύθια» συνεχίζουν να κρατάνε συντροφιά στους μικρούς μας φίλους, αλλά και σε όσους παραμένουν παιδιά στην ψυχή.

Τα γυρίσματα γίνονταν με την τεχνική του blue screen. Πόσο εύκολο ήταν για εσάς να μπείτε στο ρόλο και την ατμόσφαιρα που απαιτούνταν, ποιες δυσκολίες συναντήσατε;
Σαφώς και δεν ήταν κάτι εύκολο. Το κουτί ήταν άδειο, και εγώ έπρεπε να «συνομιλώ» με τους χαρακτήρες προσποιούμενη ότι ήταν εκεί μπροστά μου. Είχα όμως στο πλευρό μου ανθρώπους σωστούς και υπομονετικούς, που φρόντιζαν να με καθοδηγούν όπως έπρεπε για να έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα, και οι όποιες τυχόν δυσκολίες υπήρχαν κυρίως λόγω του νεαρού της ηλικίας μου, μετατρέπονταν σε δημιουργικό παιχνίδι.

Ποιες ήταν οι συμβουλές της οικογένειας Σοφιανού και πώς ήταν το κλίμα στα γυρίσματα;
Ήταν και παραμένουν ακόμα και σήμερα οι ίδιες, γιατί συνεχίζω να τους έχω μέντορές μου κατά μια έννοια. Να είμαι ο εαυτός μου και να αντιμετωπίζω τα πάντα με χιούμορ, όσο δύσκολα και να είναι. Κάπως έτσι ήταν και τα γυρίσματα. Γεμάτα αγάπη, γέλιο και ευκαιρία για γνώση.

Παρακολουθούσατε τον εαυτό σας στην τηλεόραση ή ακόμα και μετά, κατά τις επαναλήψεις;
Φυσικά. Τότε επειδή ήταν σαν να τα έβλεπα και εγώ για πρώτη φορά, μου έμοιαζαν ακόμα πιο μαγικά. Αργότερα με τις επαναλήψεις, μου δινόταν και μου δίνεται ακόμα μπορώ να πω, η δυνατότητα να βλέπω την ποιότητα που χαρακτήριζε όλη αυτή την προσπάθεια.

Ως παιδί, πώς νιώθατε που συμμετείχατε σε μια τόσο δημοφιλή εκπομπή; Ήταν κάτι που τότε αντιμετωπίζατε ως παιχνίδι;
Μα παιχνίδι ήταν και σαν παιχνίδι αντιμετωπίστηκε από εμένα εκείνη την εποχή. Περνούσα πολύ όμορφα. Είχε φροντίσει η οικογένεια Σοφιανού για αυτό άλλωστε. Ποτέ δεν ένιωσα άβολα, είτε ότι πιέζομαι από κάτι. Ήταν για μένα η απόδραση από το σχολείο.

Νιώσατε να αλλάζει η ζωή σας εκείνη την εποχή; Πώς διαχειριστήκατε την αναγνωρισιμότητα σε τόσο μικρή ηλικία και ποια ήταν συνήθως τα σχόλια που ακούγατε στο δρόμο ή το σχολείο;
Δεν θυμάμαι να είχα ακούσει από κανέναν αρνητικά σχόλια τότε, πλην ορισμένων μεμονωμένων περιπτώσεων. Σε γενικές γραμμές και η εκπομπή και εγώ κατά συνέπεια, ήμασταν πλήρως αναγνωρίσιμοι. Αυτό δεν μου άλλαξε το χαρακτήρα. Δεν ένιωθα σαν αστέρι. Ήμουν ένα παιδί των 8 ετών και έτσι παρέμεινα τότε. Η αλήθεια είναι ότι ούτε και τώρα επιδιώκω να το χρησιμοποιώ ως «διαβατήριο» στις διαπροσωπικές μου σχέσεις. 

Καμιά φορά τα παιδιά μπορεί να γίνουν και σκληρά, έτυχε να δεχτείτε τότε κάποιας μορφή bullying;
Το bullying δυστυχώς, δεν είναι φαινόμενο της εποχής μας. Υπήρχε και τότε, με την διαφορά όμως ότι δεν είχε την μορφή που έχει τώρα. Περιοριζόταν με λεκτικά πειράγματα και μόνο, και αυτό μόνο στο πλαίσιο του σχολείου. Υπήρξαν περιπτώσεις παιδιών που ένιωθαν περίεργα που κάποιο άλλο παιδί βρισκόταν σε μια εκπομπή, και εξέφραζαν την δυσαρέσκιά τους ανάλογα. 

Ποια ήταν η αγαπημένη σας κούκλα από «Του Κουτιού τα Παραμύθια»; Αλλά και ποιο παραμύθι είχατε ενδεχομένως ξεχωρίσει;
Αν διάλεγα έναν χαρακτήρα θα ήταν σαν να διαλέγω ένα από τα αδέλφια μου. Ο καθένας ήταν διαφορετικός αλλά ταυτόχρονα αλληλοσυμπληρώνονταν. Φυσικά ο χαρακτήρας που έμεινε πιο έντονα χαραγμένος στο μυαλό όλων, ακόμα και σήμερα, ήταν ο Ρούχλας. Ίσως γιατί αντιπροσώπευε αυτό που όλοι θέλαμε και θέλουμε να είμαστε. Επαναστάτες και ετοιμόλογοι. Το παραμύθι που με αντιπροσώπευε έρχεται από την Ιαπωνία. Μια ιστορία που κάλλιστα θα μπορούσε να προσαρμοστεί και στα σημερινά δεδομένα. Η «Αλεπού Όκον». Η ιστορία μια ηλικιωμένης γυναίκας που συναντά μια αλεπού με την μαγική ιδιότητα να χαρίζει την ψυχική και σωματική ίαση, μόνο με το τραγούδι της. Λίγο-πολύ, αυτό το παραμύθι αντικατοπτρίζει και την κοινωνία του τώρα, όπου μπορεί κανείς να συναντήσει και την αγάπη και την φιλία αλλά και τον δόλο. Αν δεν το έχετε δει, σας το προτείνω. 

Γιατί πιστεύετε ότι αγαπήθηκε τόσο η συγκεκριμένη εκπομπή;
Θεωρώ ότι για τα δεδομένα εκείνης της εποχής ήταν κάτι το φρέσκο, το διαφορετικό. Έφερε κοντά τους πραγματικούς χαρακτήρες και τους φανταστικούς. Ένωσε, με άλλα λόγια, δύο κόσμους. Και ο συνδετικός κρίκος ήταν τα παραμύθια, κάτι που όλοι λατρεύαμε και συνεχίζουμε να λατρεύουμε. Δε νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που δεν αγαπάει τα παραμύθια. Κάποιοι, τολμώ να πω, ζούνε ακόμα μέσα σε αυτά, υπό την ευρεία έννοια του όρου.

Παρακολουθούσατε τις υπόλοιπες παραγωγές της οικογένειας Σοφιανού και ποια ήταν η αγαπημένη σας;
Ειλικρινά δεν μπορώ να ξεχωρίσω καμία. Όλες ήταν αριστουργηματικές. Η κάθε μια είναι λες και είχε την δική προσωπικότητα. Ήταν αυτόφωτες. Βέβαια αυτό οφείλεται και στην οικογένεια Σοφιανού. Κάθε παραγωγή αντιμετωπίστηκε και αναπτύχθηκε με αγάπη και σεβασμό. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανείς που δεν γνωρίζει τον Πίκο Απίκο, τουλάχιστον από το χώρο της δημοσιογραφίας! Κάθε παραγωγή είχε και έχει, γιατί και τώρα έχουμε την ευτυχία να βλέπουμε την δουλειά της οικογένειας Σοφιανού, κάτι από την εποχή της. Τώρα για παράδειγμα, υπάρχει ο «Σεφ Πάστα Βράστα» και η υπέροχη παρέα του.

Μετά το τέλος της εκπομπής είχατε άλλες προτάσεις για τηλεόραση; Επίσης σκεφτήκατε να ασχοληθείτε με το χώρο της Υποκριτικής; Ποια ήταν η πορεία σας έκτοτε και με τι ασχολείστε σήμερα;
Προτάσεις σαφώς και υπήρχαν και δεν το κρύβω, υπάρχουν και τώρα. Ο χώρος της υποκριτικής όμως δεν είναι κάτι που με τράβηξε. Ασχολήθηκα με άλλα αντικείμενα. Ξεκίνησα από τον χώρο των οικονομικών σπουδών και κατέληξα στον χώρο της υγείας, που είμαι σήμερα, ως Βοηθός Φαρμακείου. Παράλληλα όμως, λόγω του ότι παραμένω ανήσυχο πνεύμα, σκέφτομαι να ασχοληθώ και με το χώρο του γραπτού λόγου, αν και ακόμα βρίσκομαι σε αρχικό στάδιο. Αυτό το οφείλω σε έναν υπέροχο άνθρωπο που δεν είναι άλλος από τον Δήμο Σοφιανό, πατέρα της οικογένειας Σοφιανού, που με έμαθε να αγαπώ τα βιβλία. Χρωστάω πολλά σε αυτή την οικογένεια, και την νιώθω σαν δική μου.

Μιλήστε μας για τη σχέση σας με την οικογένεια Σοφιανού. Έχετε επισκεφθεί τον πολυχώρο Mabrida όπου -μεταξύ άλλων- βρίσκονται οι 4 αγαπημένες μας φιγούρες;
Ποτέ δεν έπαψα να βρίσκομαι κοντά και με την Ήβη αλλά και με το Φαίδωνα. Μας δένει μια πολυετής σχέση φιλίας και αλληλοεκτίμησης. Άλλωστε εάν δεν ήταν αυτοί, δεν θα ήμουν και εγώ εδώ τώρα να μιλάμε για την εκπομπή που τόσο αγαπήθηκε και που παραμένει ζωντανή μέσα από το μουσείο κούκλας που υπάρχει στον πολυχώρο Mabrida. Εκεί μπορεί να ξαναζήσει κανείς το όνειρο των παιδικών του χρόνων, όχι μόνο με τον Ρούχλα, το Σεβαστιανό, τον Φιόγκο και την Μελιά, αλλά και όλους τους ήρωες που μας έχουν σημαδέψει.

Αναπολείτε εκείνη την περίοδο;
Πάντα και για πάντα. Είναι κομμάτι, όχι μόνο της δική μου ζωής, αλλά και της ζωής μιας μεγάλης μερίδας ανθρώπων πιστεύω, που κρατάμε ζωντανή μέσα μας την παιδική μας ανεμελιά και θέλουμε να ελπίζουμε πως καθετί μπορεί να έχει happy end. 

Τι θα θέλατε να πείτε σε όλα εκείνα τα παιδιά που τους κρατούσατε συντροφιά μέσα από «Του Κουτιού τα Παραμύθια»;
Να διατηρήσουν ή ακόμα και να ανασύρουν από μέσα τους την παιδική τους εικόνα. Την γεμάτη όνειρα και αισιοδοξία. Βιώνουμε δύσκολες καταστάσεις πλέον και το μόνο που μας κρατάει είναι η ελπίδα ότι όλα μπορούν να αλλάξουν με ένα μαγικό τρόπο. Εμείς κρατάμε τα κλειδιά του «φανταστικού κάστρου» της ζωή μας. Το μόνο που χρειάζεται είναι να πιστέψουμε σε μας και στις δυνάμεις μας. Όπως ακριβώς κάναμε ως παιδιά. Και ας μην ξεχνάμε πως πάντα θα υπάρχει ένα κουτί γεμάτο παραμύθια για να μας ταξιδεύει στα πέρατα της γης!