Γράφει η Σοφία Γουργουλιάνη

Όπου υπάρχει καπνός, λένε, υπάρχει και φωτιά. Κι όπου υπάρχουν φεστιβάλ οι καπνοί των κινηματογραφικών συνωμοσιών ενίοτε φουντώνουν παρασύροντας στο πέρασμα τους άμαχους – και ίσως άμαθους στην εμπρηστική κινηματογραφική δημοσιότητα – Χολιγουντιανούς και μη σταρ.

Τα 8 μποφόρ δημοσιότητας, λοιπόν, που φυσήξανε στο πρόσφατο Φεστιβάλ Βενετίας με την προβολή του «Suspiria» του Λούκα Γκουαντανίνο «σήκωσανε» μια διφορούμενη πυρκαγιά-θεωρία συνωμοσίας. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη διανομή των ρόλων στην ταινία, η Τίλντα Σουίντον ερμηνεύει τη – φαινομενικά – προσηνή διευθύντρια μιας σχολής χορού, τη Μαντάμ Μπλαν. Όταν, όμως, στο παιχνίδι της ταινίας μπήκε ένας ηλικιωμένος ψυχοθεραπευτής με μακρύ πρόσωπο και γαλάζια μάτια, o Δόκτωρ Κλέμπερερ, ποιος είδε τους συνωμοσιολόγους του Χόλιγουντ και δεν τους φοβήθηκε.

Με πλήρη, λοιπόν, επίγνωση του επικείμενου σινεφιλικού χαμού, άρχισε να κυκλοφορεί στους διαδρόμους του φεστιβάλ και των κινηματογραφικών ιστοσελίδων, η φήμη ότι κάτω από τόνους μακιγιάζ και υπό το κωδικό όνομα Λουτζ Έμπερσντορφ (ένας Γερμανός ψυχοθεραπευτής που υποτίθεται ότι εμφανίζεται για πρώτη φορά στο σινεμά), τον ηλικιωμένο άντρα ερμηνεύει και πάλι η Τίλντα Σουίντον. Ακόμα κι αν η εγκυρότερη κινηματογραφική ιστοσελίδα έχει βγάλει πόρισμα ταυτίζοντας την Τίλντα με τον Δόκτορα Κλέμπερερ και  με τον Λουτζ Έμπερσντορφ επίσημες διαβεβαιώσεις δεν υπάρχουν. Και, ναι, το απανταχού κινηματογραφικό κοινό έχει βρεθεί ξαφνικά με μια μαργαρίτα στο χέρι να αναρωτιέται αν «είναι ή δεν είναι» η Τίλντα πίσω από τον ηλικιωμένο.

Κι αν οι δικές μας ειλικρινείς προθέσεις και επιβεβαιωμένες τάσεις να λύνουμε τα κινηματογραφικά μυστήρια δεν αρκούν για να παρεισφρήσουμε αποτελεσματικά στα άδυτα νερά του Χόλιγουντ, μπορούμε να αρκεστούμε στο απλοϊκό μεν σίγουρο δε επιχείρημα που υπαγορεύουν οι χαμαιλεοντικές ερμηνείες της Τίλντα Σουίντον.

Ακόμα, λοιπόν, κι αν η λέξη αιρετικός δεν ταιριάζει μ’ ένα κόσμο χλιδής, σχεδιαστών μόδας και εκατομμυρίων που κυκλοφορούν εν είδει στραγαλιών, οι εξαιρέσεις υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν τους κανόνες. Και η Τίλντα Σουίντον για να σπάει τα χολιγουντιανά κατεστημένα.

Σε ένα παράλληλο σύμπαν ενός ραντεβού στα τυφλά μαζί της, ίσως ο φίλος που θα «έστηνε» το ραντεβού, να μας έδινε την εξής περιγραφή για την Τίλντα: ύψος 1,79, πτυχίο από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, ωχρό πρόσωπο, ένα Όσκαρ, μόνιμη κατοικία στα Χάιλαντς της Σκωτίας και καροτο-κίτρινα μαλλιά. Ίσως βέβαια οι περιγραφές να μην αρκούν για την αποτύπωση μιας αλήθειας που – εν τέλει – στις περιπτώσεις των τυφλών ραντεβού, ξεπροβάλλει αμείλικτη. Και η αλήθεια του ραντεβού, θα ήταν πιθανότατα μια πρόσκληση για τσάι στον κήπο της όπου η Τίλντα θα εμφανιζόταν άβαφη με ένα απ’ τα σκυλιά της να της γλείφουν τα χέρια. Επειδή το ραντεβού που θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο για διαφορετικές ερωτικές τύχες, αποδεικνύεται τελικά σχεδόν αδύνατο στην πράξη, ο μόνος τρόπος που μας μένει για να γνωρίσουμε μια από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της είναι οι ταινίες της.

Συγκάτοικος, λοιπόν, και καλλιτεχνικός σύντροφος στα πρώτα χρόνια της κινηματογραφικής της πορείας υπήρξε ο αντισυμβατικός Βρετανός σκηνοθέτης Ντέρεκ Τζάρμαν. Υπό την καλλιτεχνική του καθοδήγηση πρωταγωνίστησε σε μια σειρά από ταινίες με την προσωπική ονειρική, ποιητική ματιά του Τζάρμαν. Μια σειρά από ταινίες, με προεξάρχουσα την ταινία «Καραβάτζιο», που εγκαινίασε με τον καλύτερο τρόπο μια αμιγώς καλλιτεχνική πορεία και έπλασε, από την πρώτη στιγμή, μια προσωπική ερμηνευτική σφραγίδα. Μια σφραγίδα που το μεγαλύτερο της αποτύπωμα, για την περίοδο, είναι η ολοκληρωτική μεταμόρφωση της Τίλντα Σουίντον σε μούσα της Αναγέννησης και σε «ψηφίδα» από πίνακα του Καραβάτζιο.

Ανάμεσα στα χρόνια της αφοσίωσης στον Τζάρμαν, μπήκε «σφήνα» και το όραμα της Σάλι Πότερ και η μάχη που έδωσε η σκηνοθέτις για να μπορέσει να δώσει σάρκα και οστά στη διασκευή του βιβλίου της Βιρτζίνια Γουλφ, «Ορλάντο». Εδώ η Τίλντα, εκτός από σύμμαχος στο όραμα της Πότερ, αποδεικνύεται και ερμηνευτικός χαμαιλέων, αναλαμβάνοντας το ρόλο αντρών και γυναικών σε διαφορετικές ιστορίες που σπάνε το φράγμα του χρόνου και ταξιδεύουν από την Αναγέννηση στο σήμερα.

Ίσως ένας κάποιος αστικός μύθος να υπαγορεύει πως οι χαμαιλέοντες μπορούν να μείνουν για πάντα κρυμμένοι. Όμως, υπάρχει και εκείνο το ρητό το οποίο απερίφραστα δηλώνει πως «ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον». Σε ένα άτυπο, λοιπόν, μπρα ντε φερ των δύο, η Τίλντα, ως άλλος χαμαιλέων έκανε, τελικά, την εμφάνιση της στον κόσμο του Χόλιγουντ. Ένας κόσμος που την υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες, «μεγάλες» συνεργασίες και ένα Όσκαρ για επιστέγασμα μιας «κολόνιας» που κρατάει χρόνια.

Έτσι, λοιπόν, το 1999, μια χρονιά ορόσημο, υπέκυψαν στην ιδιοσυγκρασιακή γοητεία και στο πηγαίο ταλέντο της, οι Λούκα Γκουαντανίνο («Οι πρωταγωνιστές») και Τιμ Ροθ («Η ζώνη του πολέμου»). Ενώ από το 2000 έως το 2007 ήρθαν στο κινηματογραφικό της προσκεφάλι συνεργασίες με τους Τζιμ Τζάρμους («Τσακισμένα Λουλούδια»), Σπάικ Τζονζι («Adaptation»), Κάμερον Κρόου («Vanilla Sky»), Ντάνι Μπόιλ («Η παραλία»).

Και, φυσικά, το 2007 ο θείος Όσκαρ της χαμογέλασε διάπλατα χαρίζοντας της ένα του βραβείο για την ταινία «Μάικλ Κλέιτον». Και, έτσι, η πρώην φοιτήτρια του Κέιμπριτζ με την έντονη συνδικαλιστική δράση και την παρουσία σε φοιτητικές παραστάσεις και πειραματικές κινηματογραφικές παραγωγές βρέθηκε με ένα χρυσό αγαλματάκι στα χέρια. Ντυμένη με μια ολόμαυρη τουαλέτα με ένα μακρύ μανίκι, υποδέχτηκε το πολυθρύλητο αγαλματίδιο ως γκοθ «καροτομαλλούσα» νυχτερίδα. Και παραλαμβάνοντας το, το αφιέρωσε στο μάνατζερ της Μπράιαν Σουάρντστορμ, δηλώνοντας αυθορμήτως πως  δε θα μπορούσε να κάνει αλλιώς, καθώς ο θείος Όσκαρ έχει το ίδιο σχήμα κεφαλιού και οπισθίων με τον Σουάρντστορμ.

Την τελευταία δεκαετία, το Χόλιγουντ συνέχισε -και συνεχίζει- να της χαμογελάει διάπλατα, με τις συνεργασίες να διαδέχονται η μία την άλλη με ρυθμούς πολυβόλου. Αδερφοί Κοέν, ξανά Τζάρμους, ξανά Γκουαντανίνο, Γουές Άντερσον εις διπλούν, Λιν Ράμσεϊ και Ντέιβιντ Φίντσερ δεν αντιστάθηκαν στο φωτεινό ταλέντο και την ωχρή ομορφιά της Τίλντα.

Τελικά, αν ο κινηματογράφος είναι μια ατέλειωτη ροή εικόνας ικανή να διαστρέψει αντιλήψεις και καταβαραθρώσει στερεότυπα, οι ηθοποιοί είναι οι εύπλαστες ψηφίδες. Είναι οι καλλιτέχνες που φτιάχνουν κόσμους και σύμπαντα και τους γκρεμίζουν μέσα σε ένα τρίμηνο. Είναι οι ξεναγοί σε μέρη που ποτέ δεν πήγες και είναι θραύσματα από αναμνήσεις που μόνος σου ποτέ δε θα αποκτούσες. Η Tίλντα, λοιπόν, είναι η απελπισία και η αυτομαστίγωση της μάνας που δε συμφιλιώθηκε ποτέ με το παιδί της, στο «Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν». Είναι η γοητευτική 45άρα, η ενσάρκωση του σαρκικού πάθους που σημαδεύει ανεξίτηλα ολόκληρες οικογένειες, στο «Είμαι ο Έρωτας». Και είναι  ο έρωτας που «για λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς τη δόξα τραβά», ο παντοτινός έρωτας που ξέρει να κάνει κουμάντο χωρίς οδηγίες χρήσης, στο «Μόνο Οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί».