«Ως άνθρωποι, είμαστε εγκεφαλικά συνδεδεμένοι με την ανταπόκριση ενός ρυθμού, κάτι που μπορείτε πολύ απλά να το αντιληφθείτε από τον άμεσο τρόπο που κινείτε το κεφάλι, τα πόδια ή όλο σας το σώμα όταν ακούτε μια ελκυστική για εσάς ρυθμική μελωδία. Είναι μια απολύτως ανθρώπινη και εγγενής αντίδραση», λέει η Τζασμίν Χάτσινσον, αναπληρώτρια καθηγήτρια επιστημονικής άσκησης και αθλητικών σπουδών, και διευθύντρια του τμήματος άσκησης ψυχολογίας στο Κολέγιο Σπρίνγκφλιντ της Μασαχουσέτης, και συνεχίζει: «Και όπως ακριβώς η μουσική οδηγεί ακούσια το σώμα μας να πάλλεται, έτσι συμβαίνει και όταν κινείστε εκτελώντας σωματική άσκηση, είτε στο σπίτι και το γυμναστήριο, είτε τρέχοντας έξω στο δρόμο».

Σύμφωνα με ένα πλήθος μελετών που έχει συγγράψει η Χάτσινσον, αποδεικνύεται επιστημονικά ότι η μουσική βοηθά στην ενίσχυση της φυσικής απόδοσης, της αντοχής, αλλά και της ανάκαμψης- πέραν του βεβαιωμένου γεγονότος ότι κάνει την άσκηση πιο ευχάριστη, και ειδικά το τζόγκινγκ. «Η αντιστοίχιση του βηματισμού σας με ένα συγκεκριμένο ρυθμό μπορεί να σας βοηθήσει να ρυθμίσετε καλύτερα την ποιότητα του τρεξίματός σας», λέει η ειδικός, περιγράφοντας το φαινόμενο ως «ακουστικός συγχρονισμός του νευρομυϊκού συστήματος», γεγονός που μπορεί να σας καταστήσει πιο αποτελεσματικό δρομέα, και με λιγότερο ρίσκο τραυματισμών. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. «Η μουσική μπορεί επίσης να βοηθήσει να ηρεμήσει το σώμα σας πριν μια προπόνηση, και συνολικά, να κάνει την όλη εμπειρία πιο ευχάριστη», λέει η Χάτσινσον.

Στο ίδιο μήκος κύματος (αλλά πολύ πιο συγκεκριμένο) βρίσκεται και μια πρόσφατη μελέτη της ερευνητικής ομάδας του πανεπιστημίου eCampus στην Ιταλία, με τον επικεφαλής Αντρέα Ντι Τζιόρτζιο, αναπληρωτή καθηγητή φυσιολογικής ψυχολογίας, να λέει: «Η ακρόαση μουσικών μελωδιών με ρυθμό γύρω στους 170 παλμούς ανά λεπτό (bpm) βρέθηκε να έχει τη μεγαλύτερη επίδραση στην αύξηση του καρδιακού ρυθμού των ασκουμένων, ενώ μειώνει αισθητά την αντιληπτή κόπωση των μυών -συνήθως μετά τα 20 λεπτά μιας τυπικής προπόνησης τρεξίματος στο δρόμο.

Κατά τη διάρκεια του πειράματος, ο Ντι Τζιόρτζιο μοίρασε τους εθελοντές σε δυο ομάδες, με την πρώτη ομάδα να ακούνε στα ακουστικά τους από πολύ αργή έως πολύ γρήγορη ρυθμική μουσική, ενώ η άλλη ομάδα είχε ένα μεσαίο μουσικό τέμπο, που κυμαινόταν από 170 έως το πολύ 190 bpm. «Αποδείχθηκε ότι όσο πιο αργός ή πολύ γρήγορος ήταν ο ρυθμός, τόσο δυσκολευόταν η προπόνηση, επειδή προκαλούσε φυσικο-ψυχολογικές αντιδράσεις που οδηγούσαν σε διαταραχή της ρύθμισης της διάθεσης και άνισες μετατοπίσεις του νευρομυϊκού συστήματος όπως και των αρθρώσεων».

Αυτό, σύμφωνα με τη μελέτη, οδήγησε τους περισσότερους εθελοντές να εγκαταλείψουν σε πολύ πιο γρήγορο χρόνο την προπόνησή τους. «Αλλά όσοι εθελοντές είχαν στα ακουστικά τους ένα τέμπο κοντά στα 170 bpm ή και λίγο παραπάνω, ένιωσαν μεγαλύτερη διευκόλυνση στην άσκησή τους, κυρίως επειδή οι συγκεκριμένοι παλμοί ανά λεπτό κρατούσαν διαρκώς εστιασμένη τη διανοητική τους προσοχή, δημιουργώντας μια ήπια και μακριά πηγή ανατροφοδότησης της εκτέλεσης μιας κίνησης όπως το τζόγκινγκ», αναφέρει ο Ντι Τζιόρτζιο.