Πριν ένα χρόνο, γράφαμε από αυτήν εδώ τη στήλη, ότι στην υπόθεση Novartis υπάρχει ο κίνδυνος να μην μάθουμε ποτέ την αλήθεια και να γίνουμε μάρτυρες μιας ιστορίας με κατηγορίες χωρίς ουσιαστική βάση. Κι αυτό γιατί η κυβέρνηση επένδυσε πολιτικό κεφάλαιο στην ανάγκη να δείξει ότι οι αντίπαλοί της ήταν διεφθαρμένοι, χαρακτηρίζοντας την υπόθεση «το μεγαλύτερο σκάνδαλο από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους», στηριζόμενη σε ένα πόρισμα που οι σοβαροί νομικοί το χαρακτήριζαν τουλάχιστον διάτρητο.  

Για ένα μεγάλο διάστημα όμως,τα κυβερνητικά στελέχη σφυροκοπούσαν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, ο φιλοκυβερνητικός τύπος οργίαζε με διαρροές για νέους μάρτυρες και η δικογραφία γέμιζε σελίδες εφημερίδων και τηλεοπτικών δελτίων. Δυο πρώην Πρωθυπουργοί κι αρκετοί πρώην υπουργοί στοχοποιήθηκαν επί μακρόν. Η υπόθεση ήρθε να αφαιρέσει ακόμη περισσότερη από την ήδη φθαρμένη αξιοπιστία της πολιτικής. Γρήγορα όμως έγινε σαφές πως οι κατηγορίες για δωροδοκία και ξέπλυμα μαύρου χρήματος, δεν στηρίζονταν πουθενά. Και είχαν «πακεταριστεί» για να εξυπηρετήσουν πολιτικά το κυβερνητικό αφήγημα. 

Ο κόσμος αντιλαμβάνεται ότι υπήρξε σκάνδαλο υπερτιμολογήσεων στην υγεία, είδε γιατρούς να πλουτίζουν ξαφνικά, είδε το κόστος των φαρμάκων να ανεβαίνει δραματικά, είδε σπατάλες παντού – και το κυριότερο – είδε ένα σύστημα υγείας να προσφέρει όλο και χαμηλότερες παρεχόμενες υπηρεσίες. Αν όμως η κυβέρνηση επιθυμούσε πραγματικά να ξεσκεπάσει ένα αληθινό σκάνδαλο, δεν θα ξόδευε τόσους δικαστικούς πόρους και ενέργεια στην στοχοποίηση των πολιτικών της αντιπάλων. Και το σημαντικότερο, κάποιοι δεν έχουν ξεχάσει την προσπάθεια πολιτικής τους εξόντωσης.