Για την πολιτική διαχείριση της υπόθεσης Novartis μπορεί να εικάσει κανείς πολλά. Αν κρίνει, όμως, κανείς από τη σπουδή του Μεγάρου Μαξίμου να πιαστεί πότε από πράγματα που λέει ο Ευάγγελος Βενιζέλος ή ο Χαράλαμπος Αθανασίου, για να βγάζει ανακοινώσεις, τότε μπορεί ίσως να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά. 

Η υπόθεση της Novartis, για να μην κοροϊδευόμαστε, είναι σκάνδαλο. Όπως σκανδαλώδης έχει υπάρξει και η πολιτική του φαρμάκου ανά τα χρόνια στην Ελλάδα. Από εκεί και πέρα, όμως, η διαχείριση της υπόθεσης ως προς το πολιτικό της σκέλος είναι εξαιρετικά προβληματική. Όπως το είπε καλύτερα, ο νηφάλιος και αξιοπρεπέστατος δικαστής και πρώην πρωθυπουργός, ο Παναγιώτης Πικραμμένος, πρόκειται για μια «φαρσοκωμωδία, με πολύ κακό συγγραφέα, πολύ κακούς ηθοποιούς, πολύ κακή σκηνοθεσία και ακόμα χειρότερο σενάριο». 

Η υπόθεση θα μπορούσε, ίσως, να προξενεί ακόμα πολιτική ζημία στα κόμματα της αντιπολίτευσης, αν η κυβέρνηση δεν είχε σπεύσει να αναγορεύσει την υπόθεση σε «μητέρα των μαχών», μιλώντας για το μεγαλύτερο σκάνδαλο από καταβολής του ελληνικού κράτους και πετώντας νούμερα στην αρένα. 85 δις έλεγε ο Παύλος Πολάκης ότι ζημιώθηκε το Δημόσιο. 23 δις, λένε τώρα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Στο μεταξύ, ο Ανδρέας Λοβέρδος, το μόνο πολιτικό πρόσωπο μέχρι στιγμής, από το οποίο ζητώνται πρόσθετες εξηγήσεις για χειρισμούς του, ερευνάται για την υπόνοια δωροδοκίας με 200.000 ευρώ. 

Η έλλειψη απτών στοιχείων είναι αυτή που προκαλεί εκνευρισμό στο Μαξίμου. Κάπως έτσι, για παράδειγμα, έσπευσε χθες να διαστρεβλώσει κάτι απολύτως θεμιτό που είπε ο Χαράλαμπος Αθανασίου, ένας άνθρωπος που, αν μη τι άλλο, νομικά ξέρει και πολύ καλά μάλιστα. Τι είπε ο κ. Αθανασίου; Ότι εκτιμά ότι το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας, για το οποίο μπορεί να κατηγορηθεί ο κ. Λοβέρδος, είναι παραγεγραμμένο, γιατί, αν έγινε, έγινε κατά την άσκηση των υπουργικών του καθηκόντων. Τι «σπίναρε» το Μαξίμου; Ότι ο Αθανασίου ισχυρίζεται ότι «η μίζα είναι στα καθήκοντα του υπουργού», σαν να είναι, δηλαδή, περίπου στην περιγραφή της θέσης, όταν κανείς αναλαμβάνει. 

Ο κ. Αθανασίου δεν είπε τίποτε καινοφανές. Αυτό που είναι χρήσιμο να καταλάβουν οι πολίτες είναι ότι η κυβέρνηση «τέντωσε» όσο μπορούσε τη Συνταγματική διάταξη του νόμου περί ευθύνης υπουργών για να κρατήσει την υπόθεση ζωντανή το 2018. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία αποφάσισε ότι τα όποια αδικήματα των πολιτικών προσώπων δεν έχουν τελεσθεί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά με την ευκαιρία του ότι ένα πολιτικό πρόσωπο βρέθηκε σε υπουργική θέση. Η κυβέρνηση, όμως, έσπευσε να «πουλήσει» αυτό που ήθελε.

Υπάρχει, δε, και μια ακόμα παράμετρος, αν θέλουμε να μιλάμε με βάση τον νόμο και όχι στον αέρα. Η Εισαγγελέας Διαφθοράς, η κ. Τουλουπάκη, το 2017, σε υπόθεση που αφορά τον Γιάννο Παπαντωνίου, εμφανίζεται να λέει ότι, παρ’ ότι έχει ενδείξεις, δεν μπορεί να τον διώξει για παθητική δωροδοκία, γιατί είναι παραγεγραμμένη. Με άλλα λόγια, η κ. Τουλουπάκη έλεγε το 2017 ότι, αν ο κ. Παπαντωνίου τέλεσε το αδίκημα, το τέλεσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως υπουργού. Τι λέει σήμερα; Ότι ο κ. Λοβέρδος, ο οποίος καλείται με την υπόνοια της τέλεσης του ίδιου αδικήματος, μπορεί να το διέπραξε με την ευκαιρία της άσκησης των καθηκόντων του. Άλλα, λοιπόν, το 2017, άλλα το 2019. 

Το να μπαίνουμε αναλυτικά σε μια νομική συζήτηση αφορά λίγους. Ένα είναι, όμως, το πολιτικό συμπέρασμα: η κυβέρνηση προσπαθεί με κάθε τρόπο να κρατήσει ζωντανή την υπόθεση. Η ίδια, όμως, ήταν αυτή που έβαλε ψηλά τον πήχη και περνάει από κάτω. Γι’ αυτό τώρα προσπαθεί να σώσει ό,τι σώζεται.