Κάθε φορά που ανεβαίνω για Πάσχα στο χωριό μου, στο Μουζάκι Καρδίτσας, αποφεύγω να ανοίγω πολιτική κουβέντα. Δεν έχω όρεξη να αντιδικήσω, αλλά να ξεκουραστώ για ελάχιστες μέρες. Κι, όμως, πέρυσι, όταν έγραψα πρώτη φορά για το μήνυμα από το χωριό μου, επιδίωξα συνειδητά να κάνω πολιτική κουβέντα. Τότε, η Novartisήταν ακόμα στο…φόρτε της, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ήταν σε μεγάλη ένταση και, φυσικά, ήμασταν τυπικά ακόμα σε Μνημόνιο.

Φέτος, έναν χρόνο μετά, η Novartis είναι μια…ανάμνηση, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν κάπως καλμάρει και τύποις έχουμε βγει από το Μνημόνιο. Τα προβλήματα, όμως, είναι και πάλι τα ίδια. Βεβαίως, σε τραπέζια που πήγα άκουσα και το «μα τι άνθρωπος είναι και αυτός ο Πολάκης…», αλλά η συζήτηση αφορά κατά βάση το εξής ένα: την τσέπη. Όχι με τη στενή έννοια των επιδομάτων και των παροχών. Αυτά, στην πραγματικότητα, λίγο επενεργούν στη διάθεση, αλλά και στο κριτήριο ψήφου των πολιτών. Υπάρχουν άλλα, πιο βαθιά, πιο διαρθρωτικά προβλήματα που δεν λύνονται. 

Για παράδειγμα, λίγοι είναι οι νέοι άνθρωποι που μένουν σε μικρές πόλεις. Και, όσοι μένουν, είτε δουλεύουν στη δουλειά των δικών τους είτε καταλήγουν σερβιτόροι σε μαγαζιά. Φυσικά, η δουλειά του σερβιτόρου είναι καθ’ όλα αξιοσέβαστη. Όταν, όμως, τα μεροκάματα είναι πολύ μικρότερα σε σχέση με την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, τι προοπτική μπορεί να έχει κανείς; Πώς θα μπορέσει κανείς να κάνει έναν κάπως πιο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και ίσως, σε δεύτερο χρόνο, να σκεφτεί την οικογένεια, παίρνοντας τα ελάχιστα χρήματα του σερβιτόρου;

Το βασικό πρόβλημα που υπάρχει στην περιφέρεια, όπως φυσικά και στα μεγάλα αστικά κέντρα, είναι οι θέσεις εργασίας. Γιατί, ακόμα και όταν βρίσκονται, είναι είτε άσχημα πληρωμένες είτε με κακές εργασιακές συνθήκες. Είτε, ίσως, και τα δύο μαζί. Και αυτό αναγκάζει ανθρώπους να φεύγουν από τον τόπο τους, όχι γιατί θέλουν να διαμορφώσουν μια προοπτική καλύτερη για το μέλλον τους, αλλά γιατί απλώς δεν μπορούν να επιβιώσουν διαρκώς υπό τη σκέπη των γονιών τους. 

Υπάρχει, δε, και μια ακόμα παράμετρος στην ενότητα εργασία. Όπως και τις προηγούμενες δεκαετίες, οι άνθρωποι της περιφέρειας, άνθρωποι του μόχθου, που παλεύουν για το μεροκάματο, στερούνται τα βασικά, προκειμένου να καταφέρουν να σπουδάσουν τα παιδιά τους. Προκειμένου να μπορέσουν να υποστηρίξουν τα παιδιά τους, ώστε να σπουδάσουν σε άλλες πόλεις και να έχουν ένα καλύτερο μέλλον, οι άνθρωποι αυτοί που έμαθαν να δουλεύουν σκληρά από μικρά παιδιά, στερούνται βασικά πράγματα. Κι όμως, για τα παιδιά τους, δεν υπάρχει καμία εγγύηση για το «μετά». Θα βγάλουν τη σχολή τους, ίσως κάνουν και ένα μεταπτυχιακό. Και μετά; Κανείς δεν ξέρει. Στη χειρότερη, θα επιστρέψουν στον τόπο τους, χωρίς όμως να προσδοκούν σε τίποτα.

Αυτή είναι μια βραδυφλεγής βόμβα στα θεμέλια της ελληνική κοινωνίας. Μια μεγάλη ομάδα νέων ανθρώπων, από 20 ως 30 ετών, των οποίων το βασικό βίωμα είναι τα χρόνια της κρίσης, και οι οποίοι δεν περιμένουν τίποτα. Προσπαθούν, αλλά πολλές φορές απογοητεύονται. Αναζητούν ένα μέλλον καλύτερο από αυτό των δικών τους, χωρίς υποχρεωτικά να φύγουν από τον τόπο τους, αλλά δεν βλέπουν φως. 

Καλά τα επιδόματα και οι ρυθμίσεις για την εφορία, λοιπόν, αλλά η χώρα χρειάζεται μια εντελώς διαφορετική στρατηγική: μια στρατηγική για τη δημιουργία πολλών και καλών θέσεων εργασίας, σε όλη τη χώρα. Δεν υπάρχουν, βεβαίως, μαγικά ραβδιά, ούτε, άμα χάσει ο ΣΥΡΙΖΑ τις εκλογές, θα ξεκινήσει να βρέχει επενδυτές στη χώρα. Θα πρέπει, όμως, να διαμορφωθεί μια συνεκτική στρατηγική για το πώς η ανεργία θα μειωθεί. 

Μπορεί να το κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ; Δεν έχει πείσει ότι μπορεί. Μπορεί να το κάνει η ΝΔ; Το λέει και με επιχειρήματα, αλλά πολλούς δεν τους πείθει. Αυτό, όμως, είναι το πραγματικό διακύβευμα της κάλπης, γιατί στον δρόμο κινδυνεύει να χαθεί μια γενιά με κατάρτιση και εξειδίκευση σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς. Και αυτή θα πρέπει να είναι η πρώτη προτεραιότητα της επόμενης κυβέρνησης μετά τις εκλογές.