Χθες το βράδυ, αισθάνθηκα σαν να έφαγα μια δυνατή μπουνιά στο στομάχι, αφού είδα το ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά «Μάτι, τα ντοκουμέντα μιλούν», στον ΣΚΑΪ. Δεν νομίζω ότι είδα κάτι που δεν ήξερα. Αλλά εδώ δεν ισχύει το «άλλο να το ακούς και άλλο να το βλέπεις». Εδώ ισχύει, το «άλλο να το διαβάζεις και άλλο να το ακούς».

Γιατί, πώς να το κάνουμε, είναι άλλο να ακούς χαμένους ανθρώπους στο συντονιστικό της Πυροσβεστικής, ανθρώπους που δεν γνωρίζει η δεξιά τους τι ποιεί η αριστερά τους και άλλο να το διαβάζεις. Είναι άλλο να ακούς τις εκκλήσεις των ανθρώπων που καίγονταν και τα ουρλιαχτά τους στο τηλέφωνο και άλλο να τις διαβάζεις. Άλλο να ακούς τον πρωτοφανή κυνισμό της διαχείρισης του ανθρώπινου δράματος από υπηρεσιακούς της Πυροσβεστικής και άλλο να το διαβάζεις. Και, επίσης, άλλο να ακούς ανθρώπους να λένε ότι είδαν πτώματα και άλλο απλώς να διαβάζεις μια καταγραφή ώρας θανάτου. 

Έγραφα τον Ιούλιο από ένα τραπέζι στην Πάρο, τρέμοντας από τον θυμό μου, ότι αυτά που έγιναν στο Μάτι δεν θα ξεχαστούν. Δεν ξέρω γιατί, αλλά έχω την αίσθηση πως απλώς έχουμε προσπεράσει αυτό που συνέβη. Η κυβέρνηση από ιδιοτέλεια, για να μην θυμάται ο κόσμος και την κατάρρευση του κρατικού μηχανισμού, αλλά και τη χυδαία παράσταση το βράδυ της Δευτέρας στο Συντονιστικό της Πυροσβεστικής και τη συνέντευξη Τύπου που η φωτιά παρουσιάστηκε περίπου ως ένα οργανωμένο σχέδιο εμπρησμού. Οι υπηρεσιακοί ίσως από ντροπή, γιατί ο χειρισμός τους ήταν εξευτελιστικός. Τα ΜΜΕ, γιατί ο ρυθμός της επικαιρότητας είναι καταιγιστικός. Και οι πολίτες, είτε γιατί είναι τόσα αυτά που συμβαίνουν είτε γιατί ενεργοποίησαν έναν μηχανισμό άμυνας και διαχείρισης. 

Το Μάτι, όμως, δεν πρέπει να ξεχαστεί για δύο λόγους: αφενός, είναι μνημείο για και τη γύμνια του κρατικού μηχανισμού, αλλά και για τη χυδαία επικοινωνιακή διαχείριση του πράγματος, αφετέρου, γιατί πρέπει να είναι «οδηγός» για τη φετινή αντιπυρική περίοδο. Με άλλα λόγια, όσα έγιναν λάθος, δεν πρέπει να ξαναγίνουν σε μια αντίστοιχη συγκυρία και ήταν τόσα πολλά, βασικά όλα, εκείνα που πήγαν λάθος. 

Ως προς το πρώτο, δεν υπάρχουν πολλά που μπορεί να πει κανείς. Από το ντοκιμαντέρ του Παπαχελά προκύπτει ότι δεν λειτούργησε τίποτε. Κανένα σχέδιο, λάθος εκτιμήσεις για την πορεία της φωτιάς, ανεπαρκής επιχειρησιακή διαχείριση και ένας εξοργιστικός κυνισμός αξιωματικών της Πυροσβεστικής που αντιμετωπίζουν ανθρώπους που τηλεφωνούν και καίγονται σαν τσιμπούρια που τους ενοχλούν. Και, μιας και είπαμε για κυνισμό, πώς αλλιώς να πει κανείς αυτό το κακόγουστο σόου που στήθηκε πριν τα Μεσάνυχτα εκείνης της Δευτέρας, με τον πρωθυπουργό και κορυφαίους υπουργούς παρόντες, όπου δεν γίνεται καμία αναφορά έστω σε έναν νεκρό, ενώ ήταν ώρες πριν γνωστό ότι έχουν βρεθεί, όχι ένα, αλλά δεκάδες απανθρακωμένα πτώματα;

Θα μπορούσα να γράφω λέξεις επί λέξεων, παραγράφους επί παραγράφων για το Μάτι. Γιατί αισθάνομαι ότι, κάθε φορά που αγγίζω το θέμα, κάτι με πονάει βαθιά μέσα μου. Είναι τα τόσα καλοκαίρια στην περιοχή; Είναι ο τόσος και πρόδηλος κυνισμός που ακόμα και ως πολιτικός συντάκτης δυσκολεύομαι να μεταβολίσω; Είναι η «οσμή» του πτώματος που ήταν παντού στην περιοχή, όταν πήγα, δύο μέρες μετά; Δεν το έχω απαντήσει στον εαυτό μου. Δεν το είχα απαντήσει ούτε ένα πρωί, πέρυσι τον Αύγουστο, όταν έφευγα από τον Άγιο Ανδρέα που παραθερίζαμε οικογενειακώς για να πάω στην Αθήνα για ένα ραντεβού και κάποια στιγμή πάτησα τα alarmτου αυτοκινήτου, σταμάτησα στην άκρη της Μαραθώνος και απλώς κοιτούσα μπροστά μου το καμένο τοπίο. 

Γίνομαι ίσως κουραστικός. Πώς να το κάνουμε, όμως, πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη γι’ αυτές τις 100 ψυχές. Για τους γνωστούς μας, για τους φίλους φίλων μας, για τους αγνώστους που πέθαναν άδικα. Η δικαιοσύνη σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αποδίδεται στα δικαστήρια. Δεν εξαγοράζονται ο πόνος, το πένθος, με αποζημιώσεις. Ούτε καν η εκλογική ήττα και η παράδοση στην πολιτική λήθη ορισμένων πολιτικών ταγών, στις επικείμενες εκλογές, κλείνει τις πληγές. Δικαιοσύνη θα αποδοθεί με το να μάθουμε από τα λάθη μας. Αν κρίνει κανείς από το ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ, όλα πήγαν λάθος. Άρα, όλα πρέπει να γίνουν αλλιώς, γιατί το καλοκαίρι έρχεται σε λιγότερο από έναν μήνα. 

Την Πρωτομαγιά, οδηγούσα στη Μαραθώνος, προς Νέα Μάκρη. Άκουγα τη μητέρα μου στο πίσω κάθισμα να μονολογεί ότι ποτέ δεν βλέπαμε από το ύψος της Μαραθώνος τόσο καθαρά τη θάλασσα. Κοίταζα στα αριστερά μου, προς τη μεριά του Βουτζά, σημεία που δεν καθαρίστηκαν εντελώς, δέντρα καμένα που δεν κόπηκαν. Υπόμνηση ότι η ζωή σταμάτησε εκεί. Και αναρωτιόμουν, αν είμαστε έτοιμοι γι’ αυτό το καλοκαίρι. Αν συμβεί κάτι παρόμοιο, τι διαφορετικό θα γίνει, για να μην θρηνήσουμε ξανά άλλους 100, 50, 20 ή έστω μια ζωή; Φοβάμαι τίποτα. Και αυτό είναι το πιο οδυνηρό και ταυτόχρονα το πιο χυδαίο στην όλη ιστορία.