Δεν ξέρω αν αυτό ισχύει, είναι όμως δεδομένο πως ο σημερινός πρωθυπουργός έχει ένα κοινό στοιχείο με τον πρώην αρχηγό του ΠΑΣΟΚ.

Αυτό είναι πως τόσο ο Παπανδρέου παλιότερα, όσο και ο Τσίπρας σήμερα αποτελούν το Α και το Ω σε ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ αντίστοιχα.

Όπως ήταν αδιανόητο να σκεφτεί κανείς στο ΠΑΣΟΚ πως θα αμφισβητήσει την ηγεσία του Ανδρέα όσο ήταν γερός και στέκονταν στα πόδια του, άλλο τόσο θα έπρεπε σήμερα να είναι αδιανόητο από τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ να θέσουν θέμα ηγεσίας.

Εάν η Έφη Αχτσιόγλου, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος ή όποιο άλλο μέλος του ΣΥΡΙΖΑ πιστεύει πως θα είχε μεγαλύτερη αποδοχή στον κόσμο από τον σημερινό πρωθυπουργό, τότε θα πρέπει η κυβέρνηση να επανεξετάσει το ζήτημα «αλαζονείας» των μελών της. Γιατί μόνο η αλαζονεία θα μπορούσε να γεννήσει τέτοιες φιλοδοξίες στο κυβερνών κόμμα.

Μπορεί κάποια στιγμή στο μέλλον (όχι στο εγγύς) ο ΣΥΡΙΖΑ να έχει εδραιώσει τέτοιες βάσεις στην ελληνική κοινωνία που να μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία ακόμα και χωρίς τον Τσίπρα στο τιμόνι του. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, σε καμία περίπτωση τώρα. Η αποδοχή του 24% που συνεχίζει, όπως φάνηκε στις Ευρωεκλογές, να έχει στους Έλληνες δεν είναι «φταίξιμο» του Τσίπρα, αλλά κατόρθωμα του. Γιατί χωρίς τον Τσίπρα στο «τιμόνι» πολύ δύσκολα (μάλλον αδύνατο) να είχε φτάσει ποτέ σε αυτό το ποσοστό.

Το μόνο που θα καταφέρουν στον ΣΥΡΙΖΑ αμφισβητώντας των πρόεδρο του κόμματος θα είναι να οδηγηθούν με μαθηματική ακρίβεια στην διάλυση. Ας κάνουν την αυτοκριτική τους, με πρώτο και καλύτερο φυσικά τον ίδιο τον ηγέτη του κόμματος που σαφώς κι έχει την μεγαλύτερη ευθύνη, όμως ας καταλάβουν πως ο κόσμος που «έμεινε πιστός», είναι και πάλι «κατόρθωμα» του αρχηγού τους.

Με πολύ απλά λόγια, για να τεθεί θέμα ηγεσίας στον ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει το κόμμα να φτάσει και πάλι στα επίπεδα του 4%, εκεί δηλαδή που βρίσκονταν πριν ο Αλέξης Τσίπρας το πάρει από το... χεράκι και το οδηγήσει στην εξουσία. Και μαζί με αυτό όλους εκείνους κι εκείνες που έγιναν υπουργοί και που τώρα φιλοδοξούν να γίνουν και πρωθυπουργοί.