Πριν από πεντέμισι χρόνια, είχα περιγράψει το Ποτάμι ως ένα πολιτικό start-up. Μια νεοφυής πολιτική προσπάθεια, χωρίς επαγγελματίες πολιτικούς, που θα βρισκόντουσαν κάτω από την ίδια στέγη και θα επεδίωκαν να δώσουν απαντήσεις ή να σκεφτούν καινοτομίες που θα έδιναν λύσεις στην πολυπλοκότητα της σύγχρονης εποχής. Όπως ακριβώς τα πετυχημένα επιχειρηματικά startups στον κόσμο της πραγματικής οικονομίας, που κατάφεραν να βρουν λύσεις σε κορεσμένους κλάδους μέσα από νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις, έτσι και στην πολιτική, ένα κόμμα, θα προκαλούσε αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούν disruption, την τέχνη της δημιουργικής αναταραχής που θα άλλαζε ή έστω θα προσάρμοζε τους κανόνες του παιχνιδιού σε κάτι πιο σύγχρονο, πιο μεταρρυθμιστικό ή περισσότερο ελκυστικό.

Η πολιτική βέβαια έχει τους δικούς της κανόνες. Ο βασικός της, λέει πως στον πυρήνα της βρίσκεται η σύγκρουση, η συνεχής μάχη για την επικράτηση, η αποδόμηση του αντιπάλου, η αντίδραση απέναντι στη δράση. Το Ποτάμι δεν υπηρέτησε ποτέ αυτό τον κανόνα. Αντίθετα υπηρέτησε τον κανόνα της σύνθεσης, της μετριοπάθειας και του μεταρρυθμιστικού λόγου. Σε μια χώρα και σε μια εποχή, όπου το κυρίαρχο συναίσθημα παρέμενε ο θυμός, ο διχαστικός λόγος και το “ή μας τελειώνουν ή τους τελειώνουμε”. Κάποιοι μπορεί να πουν ότι το Ποτάμι είπε τα σωστά σε μια λάθος εποχή. Έτσι συμβαίνει πάντως όμως με τους πρωτοπόρους. Όλοι γνωρίζουν τον Μπαράκ Ομπάμα και θαυμάζουν την πρωτοποριακή του διαδικτυακή καμπάνια που τον εξέλεξε Πρόεδρο το 2008. Λίγοι θυμούνται τον Χάουαρντ Ντίν, που είχε πρώτος βάλει το ιντερνετ στην Προεδρική καμπάνια, τέσσερα χρόνια νωρίτερα, το 2004, αλλά είχε αποτύχει να κατακτήσει το χρίσμα των Δημοκρατικών.

Το εγχείρημα του Σταύρου Θεοδωράκη, είχε εγγενείς πολιτικές αδυναμίες. Δεν είχε κομματική βάση, ούτε στελέχη ανά την Ελλάδα που θα έδιναν τη μάχη σε τοπικό πεδίο. Δεν είχε παρελθόν και ίσως δεν απέκτησε ποτέ μια στέρεη πολιτικοιδεολογική ραχοκοκκαλιά. Είχε βέβαια φρεσκάδα, μοντέρνο πολιτικό λόγο και ύφος, νέους ανθρώπους που έτρεξαν δίπλα στον Θεοδωράκη και ένα φιλικό - στην πρώτη φάση -  μιντιακό περιβάλλον, που του έδωσαν την απαραίτητη ώθηση και αναγνωρισιμότητα.

Πολλά μπορεί να ειπωθούν για τα στρατηγική λάθη ενός κόμματος που είχε στο τιμόνι του έναν ηγέτη χωρίς κομματικό παρελθόν. Για τη στάση στο Μακεδονικό που ξήλωσε την Κοινοβουλευτική του Ομάδα, για τη συμμετοχή στο ΚΙΝΑΛ που κανείς ποτέ δεν πολυπίστευε κι έληξε άδοξα, για τα μπρος-πίσω με τον ΣΥΡΙΖΑ και τα διάφορα κοινοβουλευτικά σωσίβια που του προσέφερε, αλλά και την αρχηγική παρουσία του Θεοδωράκη που επισκίασε κάθε υποψία εύρυθμης κομματικής λειτουργίας. Ίσως πάντως το σημαντικότερο να αφορά στην αποτυχία δημιουργίας μιας στρατηγικής που θα τοποθετούσε το Ποτάμι ως ένα συμπληρωματικό κόμμα στην τροχιά εξουσίας του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ως το μικρό κι ευέλικτο κομματικό μηχανισμό που θα λειτουργούσε ως το φιλελεύθερο αντίβαρο στην δυσκίνητη Νέα Δημοκρατία. Μια επανάληψη δηλαδή του σεναρίου των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, με πιο ταιριαστές πολιτικές φυσιογνωμίες. Αν ρωτήσεις τους Ποταμικούς θα σου απαντήσουν βέβαια πως δεν φταίνει αυτοί που το σενάριο δεν προχώρησε. Ωστόσο, ένας ακόμη βασικός κανόνας της πολιτικής - και κυρίως της ζωής - είναι πως το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή, από αυτό που συμβαίνει με τα start-ups.