Πείτε ό,τι θέλετε για τον τρόπο που καβάλησε το κύμα της οργής, που τον ξέβρασε στις όχθες της εξουσίας, για τον αμοραλισμό στην εξόντωση των αντιπάλων του και τον άκρατο λαϊκισμό με τον οποίο πασπάλισε κάθε πολιτική του πράξη. Ήταν για πολύ καιρό ο αδιαμφισβήτητος νικητής στο πεδίο των συμβολισμών.

Σπάνια ένας Πρωθυπουργός ξεκινάει τη θητεία του με τέτοια ποσοστά αποδοχής. Μπορεί ένα μιντιακό σύστημα να συνασπίστηκε εναντίον του, κυρίως διότι διέβλεπε τη σύγκρουση να έρχεται μετωπικά αλλά και γιατί διέκρινε μια παντελή έλλειψη πολιτικής ενσυναίσθησης στην ομάδα πέριξ του Μαξίμου, όμως σε επίπεδο κοινωνίας, ο Τσίπρας είχε τεράστια αποθέματα ανοχής. Η χώρα είχε χρεοκοπήσει στα χέρια των δυο κομμάτων εξουσίας που της προσέθεσαν πέντε ακόμη χρόνια σκληρής λιτότητας. Οι άνθρωποί τους είχαν απονομιμοποιηθεί στα μάτια των ψηφοφόρων που ήθελαν στην εξουσία το νέο που το ενσάρκωνε σχεδόν χαρισματικά ο Τσίπρας. Πολύ λίγοι στην πραγματικότητα από όσους τον ψήφισαν δυο φορές το 2015 περίμεναν να εφαρμόσει τα όσα μαξιμαλιστικά εξήγγειλε. Οι περισσότεροι τον ψήφισαν κυρίως για να τιμωρήσουν τους προηγούμενους. Και η προσδοκία για νέα ήθη και διαφορετικό ύφος στην άσκηση της εξουσίας ήταν υψηλή.

Όμως ο Τσίπρας ξόδεψε μια κυβερνητική τετραετία επαναφέροντας τα χειρότερα στοιχεία του παλιού: βάφτισε “αυταπάτες” την πλήρη απουσία σχεδίου στο πρώτο στάδιο της διαπραγμάτευσης με τα πουκάμισα έξω. Έπαιξε τη χώρα κορώνα-γράμματα στην απίθανη έμπνευση του δημοψηφίσματος. Έβαλε κι άλλους φόρους σε μια ρημαγμένη από την κρίση οικονομία. Προσπάθησε να ελέγξει τους θεσμούς, να χαντακώσει τους πολιτικούς του αντιπάλους μέσα από τη χειραγώγηση της δικαιοσύνης, να συντρίψει το μιντιακό σύστημα για να το επανασυστήσει με όρους φιλικότερους προς τον ίδιο και τους ανθρώπους του. Εν τέλει, απογοήτευσε μια εξαντλημένη και κουρασμένη κοινωνία.

Μα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ο Τσίπρας απέτυχε στο να ενσαρκώσει τον ηγέτη του 21ου αιώνα, του ανθρώπου που αντιλαμβάνεται τις τεκτονικές αλλαγές που συμβαίνουν στις δυτικές κοινωνίες, που είναι σύγχρονος με την εποχή του, που μιλάει όχι με λόγο διχαστικό και συγκρουσιακό, αλλά με όραμα, σχέδιο κι ελπίδα, για μια χώρα που θέλει να αφήσει πίσω της την κρίση και θέλει να ιχνογραφήσει το μέλλον της. Διακρίθηκε στην αντίδραση, αλλά πάτωσε στη δράση, απέτυχε στο να εμπνεύσει, αστόχησε σε όλες σχεδόν τις επιλογές προσώπων. Υπήρξε πολύς για το κόμμα του, αλλά λίγος για τη χώρα. Το ερώτημα για τον Αλέξη Τσίπρα, μετά τις 8 Ιουλίου, που λογικά θα παραμείνει ζωντανός στο πολιτικό σκηνικό, είναι το τι τελικά έμαθε ο ίδιος από τα λάθη του. Γιατί και να χάσει τη μάχη, δεν θα εγκαταλείψει το παιχνίδι.