Πρώτον, η προεκλογική εκστρατεία των κομμάτων δεν διαφορροποιείται σε τίποτε με αυτή την ευρωεκλογών. Ο ΣΥΡΙΖΑ ποντάρει σε μια εκστρατεία φόβου, για την επιστροφή της λιτότητας, τις συνταγές ΔΝΤ που θα επανέλθουν, τις αλλαγές στα εργασιακά και το τέρας του νεοφιλελευθερισμού που υποτίθεται ότι πρεσβεύει ο Μητσοτάκης. Κάπως σαν την αρνητική καμπάνια της ΝΔ το 2014 με αντίστροφους όρους. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να στηρίζεται αποκλειστικά στον Τσίπρα, η εικόνα του οποίου έχει πλέον φθαρεί. Δεν είναι “άχαστος”, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι κερδίζει παντού τον Μητσοτάκη, δεν φαίνεται να μπορεί να επιβάλλει καμία απολύτως ατζέντα στο δημόσιο διάλογος. Μετράει ήδη τις τελευταίες του μέρες, στο Μαξίμου. Η ΝΔ παίζει με θετικά μηνύματα, μιλάει για μείωση των φόρων και ανάπτυξη και στηρίζεται στο θετικό μομέντουμ του αποτελέσματος των ευρωεκλογών. Στην πραγματικότητα το μόνο που ενδιαφέρει τους επιτελείς της Πειραιώς είναι η αποφυγή του λάθους, αν και δύσκολα μπορεί να βρεθεί το πλαίσιο - μιντιακό ή πολιτικό - όπου ο αρχηγός της θα πατήσει μπανανόφλουδα. Στο τέλος της εβδομάδας θα μπει και το κυρίαρχο δίλημμα αυτής της εκλογής: “αυτοδυναμία ή εκλογές τον Δεκαπενταύγουστο”. Στην πραγματικότητα το δίλημμα αυτό είναι κάπως επίπλαστο. Στην Πειραιώς γνωρίζουν ότι μπορούν να πετύχουν την αυτοδυναμία, ακόμη και με επτά κόμματα στη νέα βουλή. Το κύριο ερώτημα που τους απασχολεί, είναι το “ποια αυτοδυναμία”. Γιατί αλλιώς θα κυβερνηθεί η χώρα με 154 βουλευτές και αλλιώς με 165.

Η δεύτερη παρενέργεια αφορά στη συμμετοχή. Κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει το πόσοι τελικά θα προσέλθουν στις κάλπες και αν οι ψηφοφόροι θα προτιμήσουν τις διακοπές τους. Η βεβαιότητα για τη νίκη της ΝΔ προκαλεί αισθήματα ασφαλείας στους ψηφοφόρους της αλλά και μια αίσθηση ματαιότητας για τους άλλους. Όμως, κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει το πώς θα αποτυπωθεί αυτή η βεβαιότητα. Και εν πάση περιπτώσει οι τελευταίες εκλογές κουβαλούσαν και μια κινητοποίηση που προκαλούσαν οι τόσες πολλές υποψηφιότητες στο χώρο της αυτοδιοίκησης. Αυτό δεν υπάρχει πια. Εν τέλει, η αποχή μπορεί να φτάσει  ψηλά και να καθορίσει σε ένα βαθμό το αποτέλεσμα. 

Αυτές οι εκλογές δεν έχουν debate, ούτε κάποιο τρομερό διαφημιστικό σποτ και κανένα - μέχρι στιγμής -  ξεκάθαρο πολιτικό δίλημμα. Όλα μοιάζουν προδιαγεγραμμένα. Ίσως γιατί, το πρελούδιο της σύγκρουσης (δηλαδή οι ευρωεκλογές που προηγήθηκαν) ήταν πολύ πιο ισχυρό από το αποτέλεσμά της.