Όρκισε μια κυβέρνηση 51 προσώπων, στελεχώνοντάς την με είκοσι εξωκοινοβουλευτικούς, όλοι τους στελέχη με πλούσια εμπειρία στον ιδιωτικό τομέα και στην αγορά. Το βάρος της νέας κυβέρνησης θα πέσει άμεσα στην οικονομία, στις επενδύσεις, στη δημιουργία ενός νέου πιο ευέλικτου επιτελικού κράτους, με λιγότερη γραφειοκρατία και περισσότερη ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Τα νέα πρόσωπα είναι βέβαιο ότι θα φέρουν καινούριες ιδέες, εναλλακτικές προσεγγίσεις, καινοτομίες αλλά και διαφορετικό τρόπο άσκησης πολιτικής. Ο αέρας ανανέωσης είναι το ζητούμενο στη δεδομένη χρονική συγκυρία για τη χώρα, ειδικά τώρα που κλείνει ο δεκαετής κύκλος της κρίσης.

Ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις, λέει ένα παλιό γνωμικό και ισχύει και σε αυτή την περίπτωση. Στον αέρα της ανανέωσης, αιωρείται μια σειρά από κινδύνους: Ο πρώτος, να υπονομευθεί η προσπάθεια, από το ίδιο το κόμμα, που έχει μάθει να λειτουργεί με ένα συγκεκριμένο τρόπο: κρατικοδίαιτο, αναχρονιστικό και δυσκίνητο. Κι όλοι όσοι έτρεξαν για να εκλέξουν τη ΝΔ αυτοδύναμη, θα θέλουν να δουν μια επανάληψη ενός έργου που είδαμε να επαναλαμβάνεται σε όλη την μεταπολίτευση. Ο δεύτερος, αφορά τους ίδιους τους υπουργούς: θα δώσουν χώρο και πεδίο δράσης στους τεχνοκράτες υφυπουργούς; Ή θα κλειστούν φοβικά, στο γνωστό παιχνίδι της εξουσίας, που δύσκολα αφήνει ζωτικό χώρο στους νεοφώτιστούς; Ο τρίτος, αφορά την ίδια την κοινωνία, ή έστω ένα μεγάλο κομμάτι της, που αντιμετωπίζει φοβικά και συντηρητικά την έννοια των μεταρρυθμίσεων, που αδυνατεί να αντιληφθεί το νέο κόσμο που αναδύεται, που διαπαιδαγωγήθηκε διαφορετικά όλα αυτά τα χρόνια και συνήθως αντιστέκεται στις αλλαγές.

Οι άνθρωποι που επέλεξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης να στελεχώσουν το κυβερνητικό του σχήμα, έχουν μεγάλη εμπειρία σε εταιρείες όπως η Google, γνώση του τρόπου που λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Θεσμοί, αντίληψη των αγορών και των νέων τεχνολογιών. Έχουν δίκτυα γνωριμιών στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, στις δεξαμενές σκέψης και στις πλατφόρμες ψηφιακής καινοτομίας. Τώρα, θα πρέπει να κάνουν ταχύρρυθμα μαθήματα πολιτικής, σε μια χώρα που είχε μάθει να μισεί τους τεχνοκράτες και να αγαπά τους λαϊκιστές.