Όταν το 1991 η Εσθονία ανέκτησε την ανεξαρτησία της από την Σοβιετική Ένωση, λιγότεροι από τους μισούς κατοίκους της χώρας διέθεταν τηλεφωνική γραμμή. Οι βασικές υποδομές ήταν υπό κατάρρευση. Τραπεζικό σύστημα δεν υπήρχε και το κράτος έπρεπε να δημιουργήσει εξαρχής, τις βασικές γραφειοκρατικές του δομές. Δημόσιος κι ιδιωτικός τομέας, αποφάσισαν τότε πως η μόνη λύση, είναι η επένδυση στον ψηφιακό κόσμο, που μόλις γεννιόταν. Η αφετηρία έγινε στα σχολεία. Αποφασίστηκε πως όλες οι σχολικές μονάδες θα πρέπει να συνδεθούν διαδικτυακά, πολλά από τα μαθήματα γίνονταν μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών και η νέα γενιά, γαλουγήθηκε ψηφιακά. Οι αλλαγές αυτές προκάλεσαν αντιδράσεις. Όπως είχε πει ο Ίλβες σε μια επίσκεψή του στην Αθήνα προ διετίας ως καλεσμένος της Microsoft, “είχαμε μαζικές αντιδράσεις από την αντιπολίτευση αλλά και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις”. Δήλωνε όμως με ικανοποίηση πως 20 χρόνια μετά, όταν οι πρώτες νεοφυείς επιχειρήσεις δημιουργούσαν το εθνικό οικοσύστημα, οι ιδρυτές του ομολογούσαν ότι είχαν ήδη λάβει τις ψηφιακές τους βάσεις στα χρόνια του σχολείου.

Στην Εσθονία ξεκίνησαν με τα σχολεία και το επόμενο βήμα ήταν η ψηφιακή διασύνδεση όλων των δημοσίων υπηρεσιών. Το αποφασιστικό βήμα ήταν η δημιουργία μιας ψηφιακής ταυτότητας για κάθε πολίτη. Μέσα σε λίγα χρόνια, οι δημόσιες υπηρεσίες συνδέθηκαν μεταξύ τους, δίνοντας τη δυνατότητα στους κατοίκους να διεκπεραιώνουν κάθε τους συναλλαγή, χρησιμοποιώντας μια ψηφιακή ταυτότητα, σε μέγεθος πιστωτικής κάρτας, που περιέχει ένα μικροτσίπ το οποίο προστεύεται από σειρά κωδικών ασφαλείας. Με αυτή την κάρτα, οι Εσθονοί πολίτες πραγματοποιούν τραπεζικές συναλλαγές, στέλνουν πιστοποιητικά, υπογράφουν ψηφιακά, ψηφίζουν στις δημοτικές και στις εθνικές εκλογές, εκτελούν ιατρικές συνταγές και ταξιδεύουν μέσα στην Ευρώπη.

Η τεχνογνωσία για τη μετάβαση στον ψηφιακό μετασχηματισμό λοιπόν υπάρχει. Και τα μοντέλα έχουν δοκιμαστεί σε αρκετές χώρες του δυτικού κόσμου. Στην Εσθονία βέβαια υπήρχε ένα πλεονέκτημα: δεν υπήρξε καμία προϋπάρχουσα γραφειοκρατική δομή που έπρεπε να καταργηθεί δεδομένου ότι η χώρα χτίστηκε εξαρχής ψηφιακά. Στη δική μας περίπτωση το στοίχημα είναι η υπέρβαση του σημερινού μοντέλου με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα, την ώρα που ο όγκος των δεδομένων είναι τεράστιος. Η χώρα έχει το ανθρώπινο δυναμικό για να υποστηρίξει τη μετάβαση, το ζητούμενο είναι το πώς θα υποσκελίσει αντιδράσεις που θα προκύψουν. Αλλά για μια χώρα σαν τη δική μας που έχασε το τρένο των τριών πρώτων βιομηχανικών επαναστάσεων, είναι μονόδρομος το να κόψει δρόμο και να ανέβει σε αυτό της τέταρτης, της σύγχρονης, ψηφιακής επανάστασης.