Γιώργος Ευγενίδης

Ο Αλέξης Τσίπρας θεωρείτο το διάστημα πριν από τις τρεις απανωτές εκλογικές του ήττες ως ο πολιτικός ηγέτης που μιλά απευθείας στην καρδιά των πολιτών. Δεν ήταν μακριά από την πραγματικότητα το συμπέρασμα αυτό. Ο πρώην πρωθυπουργός είχε ένα στιλ πολύ πιο άμεσο. Είναι χαρισματικός κοινοβουλευτικός και έχει τον δικό του τρόπο να βάζει την ατζέντα. 

Αυτά, όμως, μοιάζουν να ανήκουν στο παρελθόν. Προφανώς παίζει ρόλο η ανάγκη της κοινωνίας να φύγει από τη λογική του εντυπωσιασμού και της κοινοβουλευτικής εντυπωσιοθηρίας και να μπούμε σε μια φάση νέας κανονικότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, ψηφίστηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και μάλιστα με ισχυρή αυτοδυναμία. Ίσως δεν είναι ο πιο χαρισματικός κοινοβουλευτικός που έχει περάσει, αν το θέσει κανείς με όρους επικοινωνίας. Κι όμως, ο πρωθυπουργός εκφράζει ένα διαφορετικό στιλ στην πολιτική. Περισσότερο τεχνοκρατικό, με έμφαση στον προγραμματισμό και στη μεθοδικότητα. 

Αυτά τα στοιχεία ήταν και τα κεντρικά της εμφάνισής του στη ΔΕΘ. Εκφώνησε μια ομιλία δωδεκάμηνου ορίζοντα, στην οποία περιέγραψε τα ορόσημα της πορείας των επόμενων μηνών, ως την επόμενη ΔΕΘ του 2020. Ο κ. Μητσοτάκης έκανε το δικό του State of the Union, μια ομιλία που αποτελεί το εναρκτήριο λάκτισμα ουσιαστικά για τον νέο προγραμματισμό της κυβέρνησης. Χωρίς φανφάρες, χωρίς πομπώδεις εξαγγελίες, χωρίς υποσχέσεις που δεν βγαίνουν με βάση τα νούμερα του προϋπολογισμού. Κατά πληροφορίες, δε, «κράτησε πίσω» και άλλα θετικά μέτρα, ώστε να είναι σίγουρος ότι τα νούμερα θα βγαίνουν. Και το 2020, άλλωστε, εδώ θα είμαστε…

Η επιμονή του κ. Μητσοτάκη σε αυτή τη στρατηγική, υπηρετώντας πιστά το προφίλ του τεχνοκράτη, δηλοί κάτι βαθύτερο: ο ίδιος έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια νέα σχέση με τους πολίτες, βασισμένη στα ακριβώς αντίθετα στοιχεία από αυτά που εφάρμοζε ο Αλέξης Τσίπρας. Ποντάρει στην εμπιστοσύνη της κοινωνίας, παρουσιάζοντας ένα συγκροτημένο πλάνο, με συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Παίρνει, υπό αυτή την έννοια, ένα σημαντικό ρίσκο, καθώς ο πήχης μπαίνει ψηλά και, πάντα, στην πολιτική διατρέχεις τον κίνδυνο να περάσεις από κάτω. 

Για να είμαστε ειλικρινείς, στην αποδοχή αυτού του νέου πρωθυπουργικού προφίλ από τους πολίτες έχει βάλει το λιθαράκι του και ο Αλέξης Τσίπρας. Παρουσίασε προεκλογικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως «Δρακουμέλ». Ως έναν άνθρωπο που θα ηγείται μιας «γαλέρας» και θα «μαστιγώνει» εργαζομένους και συνταξιούχους. Θα κόβονταν επιδόματα, ο κόσμος θα δούλευε επτά ημέρες την εβδομάδα, οι Έλληνες και ιδίως οι πιο ευάλωτοι θα πεινούσαν. Τίποτε από αυτά δεν έγινε. Οι πολίτες δεν άκουσαν τον κ. Τσίπρα και μερικούς μήνες μετά ακούνε τον κ. Μητσοτάκη να ελαφραίνει, έστω και με αυτοσυγκράτηση, αρκετά από τα βάρη της κρίσης. 

Ο κ. Μητσοτάκης κεφαλαιοποίησε πολιτικά την υποτίμηση που του επεφύλαξε ο Αλέξης Τσίπρας. Πέρασε από πάνω της και απευθύνεται στους πολίτες με τον τρόπο που αυτός θεωρεί λειτουργικό και δόκιμο. Ακόμα και οι αναφορές του σε σπουδαίες ιστορικές προσωπικότητες δεν ήταν τυχαίες. Ειδικά η αναφορά του στον Ελευθέριο Βενιζέλο καταδεικνύει το κέντρο βάρους του πρωθυπουργού. Στοχεύει, καταφανώς, στο πολιτικό κέντρο και επιδιώκει να δημιουργήσει μια νέου είδους ταύτιση με το κοινό. Όπως, δε, «ψιθυρίζουν» στο παρασκήνιο άνθρωποι που γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα, η ταύτιση των πολιτών με μετριοπαθείς ηγέτες είναι κατά βάση ισχυρότερη. Αυτοί κάνουν τη δουλειά μεθοδικά, ενώ οι λαϊκιστές ηγέτες προκαλούν έντονα συναισθήματα. Αυτό μπορεί να είναι καλό στην αρχή, αλλά στη συνέχεια η πτώση είναι απότομη. Εκεί ποντάρει και ο κ. Μητσοτάκη. Γνωρίζει, άλλωστε, ότι η χώρα έχει περάσει στην εποχή του μετα-λαϊκισμού. Και επιδιώκει να θεμελιώσει συνθήκες πολιτικής κυριαρχίας με νέους όρους.