Στο τέλος αυτής της εβδομάδας, ο πρωθυπουργός ολοκληρώνει έναν πυκνό κύκλο επαφών στη Νέα Υόρκη: πολιτικές επαφές, αλλά και μια σειρά ραντεβού με πολύ σοβαρούς επενδυτές, οι οποίοι ενδιαφέρονται για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. 

 Μπορεί το ραντεβού με τον Ντόναλντ Τραμπ να μην έγινε, αλλά, για παράδειγμα, ο κ. Μητσοτάκης είχε μια αναλυτική συζήτηση με τον Ταγίπ Ερντογάν. Παράλληλα, μίλησε με τον Ζόραν Ζάεφ, αλλά και με τον Έντι Ράμα, στον οποίο περιέγραψε ένα πολύ σαφές πλαίσιο για το πώς η χώρα του μπορεί στο μέλλον να βρει τον δρόμο για την Ε.Ε. Ακόμα, άνοιξε διαύλους επικοινωνίας με μεγάλες χώρες, οι οποίες είχαν ελάχιστη διάδραση με την Ελλάδα σε εμπορικό και οικονομικό επίπεδο, όπως με την Αυστραλία και την Ινδία. 

Ο κ. Μητσοτάκης θα επιστρέψει σύντομα στη «μίζερη» ελληνική πραγματικότητα, αλλά θα έχει προηγουμένως κάνει την απαραίτητη προεργασία. Σε μια σειρά ζητημάτων, άλλωστε, η δουλειά τώρα αρχίζει. Πάρτε για παράδειγμα την Τουρκία: οι κ. Μητσοτάκης και Ερντογάν, μεταξύ άλλων, συζήτησαν και το θέμα της πιστής τήρησης της Συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας, με τον Ταγίπ Ερντογάν να ζητά από τον κ. Μητσοτάκη να «βάλει πλάτη» για την Τουρκία στην Ε.Ε. Το ζήτημα, όμως, είναι τι θα γίνει με τις προσφυγικές ροές, όσο διαρκεί η προβληματική αυτή κατάσταση, με την Τουρκία να ελέγχει πλημμελώς τα παράλιά της και τους διακινητές να κάνουν «πάρτι». 

Άλλωστε, όσα μέτρα και να πάρει η κυβέρνηση για την αποσυμφόρηση των νησιών, για τη δημιουργία νέων χερσαίων δομών, αλλά και για την αποτελεσματικότερη φύλαξη των συνόρων, αν η Τουρκία δεν ξαναμπεί για τα καλά στο παιχνίδι της ανάσχεσης των ροών, αποτρέποντας τα σκάφη των διακινητών από το να αποπλεύσουν, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. 

Και οι επενδυτές όμως είναι ένα άλλο κεφάλαιο. Όλα τα προηγούμενα χρόνια, έγιναν αποστολές επί αποστολών σε ξένες χώρες. Υπεγράφησαν διμερείς συμφωνίες και πρωτόκολλα συνεργασίας. Κι όμως, το αποτέλεσμα ήταν κάτω του μετρίου. Ακόμα και ο ΣΥΡΙΖΑ που κομπάζει για το ύψος των άμεσων ξένων επενδύσεων στη χώρα κατά τη διάρκεια της θητείας του, δεν μπορεί να προσδιορίσει ποιοι ακριβώς ήταν αυτοί που έκαναν αυτές τις επενδύσεις, πολλώ δε τι απέδωσαν αυτές για το ΑΕΠ. 

Ο κ. Μητσοτάκης ακολουθεί μια διαφορετική στρατηγική. Μιλά τη γλώσσα των  επενδυτών, αν μη τι άλλο. Προδιαγράφει ένα φιλοεπενδυτικό περιβάλλον, με χαμηλότερους φόρους και χαμηλότερα γραφειοκρατικά εμπόδια. Στο τέλος, όμως, το «ταμείο» θα γίνει στη βάση του πόσες εταιρείες αποφασίσουν να εμπιστευτούν την προοπτική της ελληνικής οικονομίας και θα «ποντάρουν» στο στοίχημα της ελληνικής ανάπτυξης. Δεν έχει άδικο ο κ. Μητσοτάκης. Η ελληνική οικονομία είναι σαν το ελατήριο σε αυτή τη φάση; αρκεί κάποιος να του δώσει το κατάλληλο έναυσμα για να εκτιναχθεί. Αυτό, όμως, δεν γίνεται μόνο στα λόγια. 

Ο κ. Μητσοτάκης γνωρίζει τα ανωτέρω καλύτερα από τον καθένα. Γι’ αυτό και επιλέγει μια στρατηγική χαμηλών τόνων. Μετά τη συνάντηση με τον κ. Ερντογάν, το κυβερνητικό επιτελείο κράτησε χαμηλούς τόνους. Παρά τα ραντεβού με τους επενδυτές, δεν έγινε αναλυτική συζήτηση με τα ΜΜΕ για το περιεχόμενο των επαφών, γιατί το νόημα είναι να γίνει η δουλειά και να μπουν νέα κεφάλαια στην ελληνική οικονομία. Σε λίγο διάστημα, τόσο στις διμερείς σχέσεις όσο και στις οικονομικές, θα μπορούμε να κάνουμε κουβέντα σε άλλη βάση.