Η ώρα της αλήθειας για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού πλησιάζει. Το πρωθυπουργικό γραφείο συνεννοήθηκε χθες με τους επικεφαλής των άλλων κομμάτων και ο κ. Μητσοτάκης θα κάνει απανωτά ραντεβού μαζί τους την ερχόμενη Παρασκευή. Κι όμως, για κάτι που σε άλλες χώρες θεωρείται αυτονόητο, στην Ελλάδα κάνουμε μια ατέρμονη συζήτηση, με κίνδυνο να καταλήξουμε σε μια τρύπα στο νερό. 

Στο πολιτικό παρασκήνιο διακινείται ένα απλοϊκό επιχείρημα. «Η ΝΔ θέλει οι απόδημοι Έλληνες να ψηφίζουν από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας τους, γιατί τη συμφέρει, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει, γιατί δεν τον συμφέρει». Τα πράγματα, όμως, δεν είναι έτσι ή έστω δεν θα έπρεπε να είναι έτσι. Και αυτό γιατί εδώ δεν συζητάμε για το δικαίωμα των Ελλήνων του εξωτερικού να ψηφίζουν. Αυτό το έχουν, εφόσον είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους του υπουργείου Εσωτερικών. Το ζήτημα είναι πώς θα διευκολυνθούν και αυτοί οι άνθρωποι, ώστε να ψηφίζουν, χωρίς να χρειάζεται να κάνουν ένα τεράστιο ταξίδι κάθε φορά. 

Μην ξεχνάμε άλλωστε: δεν μένουν όλοι οι Έλληνες του εξωτερικού στη Ρώμη ή στη Σόφια. Άλλοι μένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, άλλοι στις ΗΠΑ, άλλοι στην Αυστραλία. Εφόσον το ελληνικό κράτος, χωρίς περαιτέρω προϋποθέσεις, τους αναγνωρίζει το δικαίωμα να ψηφίζουν στην Ελλάδα, θα πρέπει να τους επιτρέψει να το κάνουν και από τον τόπο που κατοικούν πλέον μόνιμα. Αλλιώς, πρόκειται για μια συστημική στρέβλωση. 

Η επιστολική ψήφος είναι μια καλή εναλλακτική. Την εφαρμόζουν και άλλα κράτη και δεν τίθεται κανένα ζήτημα διαβλητότητας. Εδώ, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει να κάνει κουβέντα για τη μέθοδο, δηλαδή αν θα ψηφίζουν οι Έλληνες του εξωτερικού με επιστολή ή στις κατά τόπους προξενικές αρχές, αλλά για το αν θα προσμετράται η ψήφος τους στο τελικό αποτέλεσμα. Πρόκειται για παραλογισμό: αν ένας Έλληνας που διαμένει στη Νέα Υόρκη πάρει το αεροπλάνο και έρθει στην Ελλάδα, τότε η ψήφος του προσμετράται κανονικά, ενώ, αν δεν το κάνει και επιλέξει την οδό της επιστολικής ψήφου, τότε αυτή δεν θα μετρά στο τελικό αποτέλεσμα, παρά μόνο για την εκλογή κάποιων βουλευτών Επικρατείας. 

 Ο ΣΥΡΙΖΑ, δε, δεν μπαίνει καν στον κόπο να προτείνει π.χ. κάποια χρονικά όρια για τη διαμονή στο εξωτερικό, παρά περιορίζει τη συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού σε μια κοινοβουλευτική εκπροσώπηση με κάποιους βουλευτές Επικρατείας. Εδώ, σημειωτέον, έχει αδυναμία και η πρόταση της ΝΔ, μιας και η αύξηση των βουλευτών Επικρατείας από τους 12 στους 15 δεν συνοδεύεται από υποχρεωτική πρόνοια για βουλευτές Επικρατείας που θα εκπροσωπούν την ομογένεια και άρα θα επαφίεται στην καλή θέληση των κομμάτων να περιλάβουν σε εκλόγιμη θέση στη λίστα τους εκπρόσωπο του Ελληνισμού εκτός των συνόρων. 

Αυτή, όμως, είναι μια τεχνική αδυναμία. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ δημιουργεί ψηφοφόρους δύο ταχυτήτων. Ενώ η ψήφος ενός πολίτη που διαμένει εντός συνόρων προσμετράται στο τελικό αποτέλεσμα, η ψήφος ενός κατοίκου π.χ. της Γαλλίας-που όμως είναι κανονικά γραμμένος στους ίδιους εκλογικούς καταλόγους-δεν προσμετράται. Δεν ξέρω ποιους Έλληνες του εξωτερικού ρώτησαν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ πριν καταθέσουν την πρότασή τους, αλλά, με όσους έχω μιλήσει, εκτιμούν ότι στήνεται ένα σκηνικό κοροϊδίας. 

Πολλοί, δε, έχουν προσπαθήσει να δημιουργήσουν μια καρικατούρα της ελληνικής ομογένειας. Με αναφορές για «Μακεδονομάχους», για «τύπους από την Αστόρια» και άλλα τέτοια κομψά, προσπαθούν να μειώσουν το εκλογική κριτήριο των Ελλήνων που διαμένουν εκτός συνόρων. Ο ίδιος, όμως, ο Συνταγματικός νομοθέτητης κατοχυρώνει το δικαίωμά τους στο εκλέγειν και στο εκλέγεσθαι. Συνεπώς, μόνο ένα ερώτημα υπάρχει που χρίζει απάντησης: Ποιος φοβάται τους Έλληνες του εξωτερικού;