Ο Αρτέμης Μάτσας, υπήρξε ένας εξαιρετικά καλλιεργημένος άνθρωπος, σπούδασε στη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών, ενώ στα 19 του χρόνια είχε ήδη χάσει τον εβραϊκής καταγωγής πατέρα του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας. 

Αν και έκανε μεγάλη καριέρα σε κινηματογράφο και θέατρο, έγινε ευρύτερα γνωστός από τους ρόλους του «κακού», του «ρουφιάνου» και του «καταδότη». Στην ταινία του 1959 «Το νησί των γενναίων» θα προδώσει –πάντα τηλεοπτικά- την αντιστασιακή Τζένη Καρέζη στους Γερμανούς κάτι που το κοινό δεν θα του συγχωρήσει ποτέ.

Σε ελάχιστους ήταν γνωστή η ανθρωπιά του και η βοήθεια του σε παλαίμαχους καλλιτέχνες που ζούσαν σε άθλιες οικονομικές συνθήκες. Αντίθετα, όπως ομολογούσε ο ίδιος, ακόμα και στις βόλτες δίπλα από το σπίτι του, δεν υπήρχε περίπτωση να μην τον προπηλακίσουν αποκαλώντας τον «προδότη» και «ρουφιάνο». 

Δυστυχώς με τα χρόνια, το όνομα του σπουδαίου αυτού ανθρώπου έγινε συνώνυμο των δυο κατηγοριών και χρησιμοποιείται μ’ αυτόν τον άθλιο, για την υστεροφημία του αείμνηστου Μάτσα, τρόπο.

Κι όμως ο Αρτέμης Μάτσας, ποτέ δεν «πούλησε» τρέλα για κάποια δήλωσή του, ώστε να τοποθετηθεί σε ψηφοδέλτια, να εκλεγεί και να λύσει το βιοποριστικό του ζήτημα. 

Ποτέ, αν και ήταν σύγχρονος της εποχής, δεν στήριξε ή αθώωσε από τις ταινίες του, την κυβέρνηση των Κουίσλινγκς, του στρατηγού Τσολάκογλου. 

Είναι ακόμα σίγουρο, πως δεν θα διανοούνταν ποτέ να πάρει θέση υπέρ ενός ναζιστή καθ’ ομολογίαν δολοφόνου, έναντι της μητέρας του ίδιου του θύματός του.

Και ακόμα και αν οι ρόλοι του Αρτέμη Μάτσα συνήθιζαν να καταδίδουν αγωνιστές, μακριά από τα γυρίσματα, ο σπουδαίος ηθοποιός, δεν θα δημοσιοποιούσε ποτέ στοιχεία αγωνιστών προς τέρψιν κάποιων «ανθρωποφάγων» ψηφοφόρων του. 

Μήπως λοιπόν έχει έρθει η ώρα να πάψει το όνομα ενός σπουδαίου ανθρώπου να είναι συνώνυμο του ρουφιάνου σ’ αυτόν τον τόπο; Δεν είναι άλλωστε λίγοι εκείνοι που για να τους θυμάται κανείς και μετά το το τέλος της ζωής τους, θα βολεύονταν ακόμα και με αυτόν τον τίτλο.