Καθόμουν σε ένα γραφείο χθες το μεσημέρι, με έναν συνομιλητή που ξέρει το πολιτικό σύστημα μέσα-έξω.  Χρόνια στο κουρμπέτι με άλλα λόγια. Κάποια στιγμή, πάνω στην κουβέντα, με ρωτά: «πιστεύεις ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κερδίσει ξανά την εξουσία;». 

Το ερώτημα δεν είναι απλό. Δεν ζούμε πια σε καταστάσεις νομοτέλειας, με ομαλή διαδοχή. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα-παιδί της αντιμνημονιακής οργής ξεκίνησε να κάνει τα πρώτα του βήματα στις πλατείες, μπήκε στην προεφηβεία στην αντιπολίτευση και, ενώ έβγαζε τα πρώτα σπυράκια της κυβερνητικής ακμής, κλήθηκε να ενηλικιωθεί απότομα. Δεν το κατάφερε απόλυτα. Ήταν σαν ορισμένα παιδιά που περνούν μεν στο πανεπιστήμιο, αλλά κουβαλούν θεμελιώδη ελλείμματα από τα εφηβικά τους χρόνια. Τη συνέχεια την ξέρουμε όλοι. 

Στο ερώτημα του συνομιλητή μου στάθηκα για ένα δευτερόλεπτο. Και του απάντησα ότι πιστεύω ότι ο Τσίπρας έχει καταλάβει ότι οι συνθήκες αλλάζουν, ότι δεν είμαστε πλέον σε μια φάση μνημονιακής προσαρμογής και, άρα, ο ίδιος είναι ο πρώτος που αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να αλλάξει, αν θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ να είναι ανταγωνιστικός στο νέο μοντέλο διακυβέρνησης που πρεσβεύει ο Μητσοτάκης. Γιατί, μην έχετε αμφιβολία, αν περάσουν μερικοί μήνες ακόμα, αρχίσει και εμπεδώνεται στην κοινωνία ένα αίσθημα σταθερότητας και μια σιγουριά ότι τα πράγματα πάνε καλύτερα οικονομικά, τα «κανονάκια» της κυβέρνησης Μητσοτάκη θα ανανεωθούν. 

Και μετά, η άλλη παρατήρηση. Αν ο Τσίπρας θέλει να αλλάξει τον ΣΥΡΙΖΑ, ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να αλλάξει; Και, αν είμαστε πολύ προωθημένοι, πόσο μπορεί να αλλάξει τον ΣΥΡΙΖΑ ο πρώην πρωθυπουργός; Αυτά είναι ωραία ερωτήματα για τη συζήτηση. Είναι, όμως, και θεμελιώδη ερωτήματα για μια συζήτηση που στον ΣΥΡΙΖΑ μοιάζουν να αποφεύγουν συστηματικά. Και την αποφεύγουν, γιατί αναδεικνύει ένα θεμελιώδες πρόβλημα του κόμματος: την ένδεια στελεχών. 

Αν θες να κάνεις ένα νέο κόμμα, έστω και πορευόμενος στα χνάρια του Κόρμπιν στη Μεγάλη Βρετανία- μια όχι και τόσο επιτυχημένη αναλογία, όπως μάλλον θα μας δείξουν τα αποτελέσματα των εκλογών σε μερικές εβδομάδες-πρέπει να έχεις και τα υλικά για να το κάνεις. Μια αναδρομή στις μετεξελίξεις των ελληνικών κομμάτων κατά το παρελθόν θα δείξει ότι ανέκυψε και μια νέα γενιά στελεχιακού δυναμικού. Εν προκειμένω, ποιο είναι αυτό το νέο στελεχιακό δυναμικό στον ΣΥΡΙΖΑ;

Υπάρχει, δε, ένα μείζον πρόβλημα. Άντε και θες να στρίψεις το τιμόνι λίγο προς το κέντρο, πότε ομνύοντας στη Συμφωνία των Πρεσπών και πότε παρουσιάζοντας τη ΝΔ ως το σκληρό πρόσωπο της Δεξιάς, ως νοητή συνέχεια της ΕΡΕ της δεκαετίας του ’50 και του ’60. Βγαίνει ξανά από τη ναφθαλίνη ο Παύλος Πολάκης και φωνάζει «θα με πάρετε μόνο σηκωτό από την Προανακριτική» και κάτι ακατάληπτα του στυλ «εμένα θα με πάρει μόνο η φρουρά από εδώ». Και όλα αυτά, ενώ άλλα στελέχη φωνάζουν για «χουντοεπιτροπές» και άλλα κομψά, με τη στήριξη της κομματικής ηγεσίας. Δεν είναι μόνο αυτό: έχεις και τα άλλα στελέχη που νοσταλγούν τις αθώες εποχές του μοναχικού αγώνα την εποχή του 3%. Και γράφει ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του για το φαιδρό «χάπενινγκ» στην παρέλαση της Νέας Φιλαδέλφειας, για το πόσο ελπιδοφόρα ήταν η κίνηση των κοριτσιών, επιχειρώντας έτσι να προσδώσουν έναν ιδεολογικό μανδύα σε γελοιότητες. 

Το να θες να κάνεις ένα νέο κόμμα, για την αντιστοίχισή του με την κοινωνική βάση, είναι ένας ευγενής στόχος. Όταν έρχεται η ώρα της εφαρμογής, όμως, βρίσκεις τα μπαστούνια. Και τότε συνειδητοποιείς ότι έχεις πρόβλημα, γιατί τα οικοδομικά υλικά δεν ταιριάζουν στο σχέδιο. Είναι αυτό που θα λέγαμε με στρατιωτικούς όρους «αστοχία υλικού». Στην πολιτική, όμως, αυτή μπορεί να σου κοστίσει ακριβά.