Αυτό, άλλωστε, είναι διαχρονικά και το πρόβλημα πολλών κυβερνήσεων: εγκλωβίζονται στην ψευδαίσθηση μιας πραγματικότητας, αγνοώντας τα πραγματικά κοινωνικά τεκταινόμενα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θέλει να επαναλάβει αυτό το λάθος, ακόμα και αν είναι εξαιρετικά νωρίς. Εξ ου και το Μέγαρο Μαξίμου επιμένει στη βασική του στρατηγική, ασχέτως καθημερινών παραφωνιών που είναι αναπόφευκτες στην πορεία μιας διακυβέρνησης. Άλλωστε, στο Μέγαρο Μαξίμου επιμένουν ότι η κυβέρνηση εξελέγη με γνώμονα το τρίπτυχο «λιγότεροι φόροι-ανάπτυξη-ασφάλεια» και υπό αυτό το πρίσμα είναι μέσα και στους τρεις στόχους.

Οι συνεργάτες του πρωθυπουργού γνωρίζουν καλά ότι οι εκλογές κρίνονται ως επί το πλείστον στο πεδίο της οικονομίας. Εξ ου και το επόμενο διάστημα θα πέσει «φως» από το κυβερνητικό επιτελείο στο περιεχόμενο του προϋπολογισμού που αποτυπώνει τις πρώτες μειώσεις φόρων. Στην κατεύθυνση της ελάφρυνσης των ασφαλισμένων κινείται και το νέο ασφαλιστικό που έχει ετοιμάσει ο Γιάννης Βρούτσης, το οποίο δεν είναι απίθανο να έρθει εν τέλει και ως το τέλος του έτους στη Βουλή. Την ίδια ώρα, και το παραχθέν υπερπλεόνασμα θα κατευθυνθεί εν πολλοίς στην πραγματική οικονομία μέσω της μείωσης φόρων, με πιθανό το ενδεχόμενο ελάφρυνσης των πολιτών που πλήρωσαν εισφορά αλληλεγγύης -η οποία θα καταργηθεί προοδευτικά ως το 2023, σύμφωνα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Στις δημοσκοπήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, αλλά και στις κυλιόμενες μετρήσεις που έχει το Μέγαρο Μαξίμου, αποτυπώνεται η θετική οικονομική προσδοκία των πολιτών, αλλά και η ικανοποίηση από τα πρώτα μέτρα που έχουν ληφθεί και δρομολογούνται. Αυτό, άλλωστε, ήταν εξ αρχής και το κυρίαρχο μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος επιμένει ότι ελαφρύνονται όλα τα κοινωνικά στρώματα, ακόμα και η πολύπαθη μεσαία τάξη που «τράβηξε» το φορολογικό κάρο στα μνημονιακά χρόνια.

Ακόμα και στην ασφάλεια, όμως, η κυβέρνηση πηγαίνει καλά. Υπάρχει ευρεία κοινωνική συναίνεση για την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, όπως το ψήφισε προ μηνών η κυβέρνηση, ενώ την ίδια ώρα οι πολίτες δεν βλέπουν με αρνητισμό αστυνομικές επιχειρήσεις σε περιοχές και σημεία που λειτουργούν ως «άντρο» ανομίας, όπως για παράδειγμα τα υπόγεια της ΑΣΟΕΕ. Βεβαίως, ακόμα και έμπειροι κυβερνητικοί επιτελείς γνωρίζουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει επιμονή σε εικόνες αστυνομικών επιχειρήσεων, οι οποίες θα πρέπει να είναι «μεταβατική εικόνα» μέχρι την «κανονικότητα» που έχει προδιαγράψει ο κ. Μητσοτάκης. Παράλληλα και άλλες κυβερνητικές πρωτοβουλίες αιχμής, όπως ο αντικαπνιστικός νόμος, έχουν ευρύτατα ποσοστά αποδοχής.

Με αυτά τα δεδομένα, σκιαγραφείται μια συνθήκη κυβερνητικής κυριαρχίας στο πολιτικό σκηνικό. Βεβαίως, κανείς δεν αμφισβητεί ότι είναι ακόμα νωρίς, καθώς δεν έχουν περάσει ούτε πέντε μήνες από τις εκλογές. Την ίδια ώρα, το κυβερνών κόμμα υποβοηθάται και από την απουσία κεντρικής κυβερνητικής στρατηγικής από τον ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ψάχνει πατήματα, αναλίσκεται σε σημειακή κριτική, ενώ δεν λείπουν και αυτογκόλ, όπως αυτό του Θοδωρή Δρίτσα για τη Μόρια προ ημερών. Με άλλα λόγια, όσο ο ΣΥΡΙΖΑ ψάχνει στρατηγική και δεν επαφίεται απλώς στη στρατηγική του «ώριμου φρούτου», η ΝΔ έχει χώρο και χρόνο μπροστά της. Όσο, δε, παράγονται και αποτελέσματα στο πεδίο της οικονομίας, ο πολιτικός χωροχρόνος επιμηκύνεται.

«Γκρίζα ζώνη», βεβαίως, για την κυβέρνηση παραμένει το μεταναστευτικό, με το Μέγαρο Μαξίμου να αλλάζει δόγμα και να αποδίδει μεγάλο βάρος στην αποτροπή. Βεβαίως, οι ροές ακόμα συνεχίζονται, η Ευρώπη παρακολουθεί αμήχανη και οι τοπικές κοινωνίες- όπως και οι κατά τόπους βουλευτές- πιέζονται. Γαλάζιοι βουλευτές, αλλά και κορυφαίοι υπουργοί, γνωρίζουν ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που «τρώει» πολιτικό κεφάλαιο, αν και δεν το καρπούται ο ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, αντί πολλές φορές η κυβέρνηση να βάζει θετικές πρωτοβουλίες της στη «βιτρίνα», αναγκάζεται να καταφεύγει σε πυροσβεστικά μέτρα για το μεταναστευτικό.