Αρκετοί μιλάνε για χαμένη ευκαιρία, για αδυναμία του πολιτικού συστήματος να πετύχει την υπέρβαση και να συναινέσει στα βασικά. Άλλοι προτάσσουν την αδυναμία αλλαγής του άρθρου 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια κι άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν έγιναν τομές στη δικαιοσύνη, ότι δεν άλλαξε κάτι στις σχέσεις κράτους – εκκλησίας. Με συγχωρείτε, αλλά όλοι αυτοί βλέπουν το ποτήρι μισοάδειο. Κακά τα ψέματα, το πολιτικό μας σύστημα δεν έχει φτάσει ακόμη σε τέτοιο βαθμό πολιτικής ωριμότητας, ώστε να καταφέρνει να πετυχαίνει ευρύτερες συναινέσεις. Κι ας σκεφτούμε ζούμε σε μια πολιτική περίοδο που γλιτώσαμε οριακά από έναν βαθύ διχασμό και πως βγήκαμε από μια δεκαετία κρίσης όπου τα πολιτικά πάθη επανήλθαν στην εποχή της δεκαετίας του 60. Η συναίνεση, ηχεί ακόμη ως αστείο. 

Η αναθεώρηση είναι μια διαδικασία που – βάσει Συντάγματος – μπορεί να επανέλθει στην πενταετία. Κι αν σκεφτεί κανείς ότι η προηγούμενη, του 2008 «ξοδεύτηκε» για να καταργηθεί το επαγγελματικό «ασυμβίβαστο» των βουλευτών, αντιλαμβάνεται ότι αυτή που μόλις ολοκληρώθηκε, πέτυχε πολλά περισσότερα. Στην πραγματικότητα, το τεράστιο κέρδος της ήταν η αλλαγή στον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Και το κέρδος ήταν διπλό: Πρώτον απαλλαχθήκαμε επιτέλους από τη διάλυση της βουλής, λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου. Δεύτερον, αποφύγαμε την απευθείας εκλογή του από το λαό, που αποτελούσε κομμάτι της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ. 

Για το πρώτο, δεν χρειάζεται να γράψουμε πολλά: η εμπειρία του 2009, με το ΠΑΣΟΚ να «απειλεί» ότι θα χρησιμοποιήσει την Προεδρική εκλογή για να ρίξει την τότε κυβέρνηση, μας οδήγησε στην παραίτηση Καραμανλή στη μέση της κυβερνητικής του θητείας. Το 2014, η αντιπολίτευση έριξε την κυβέρνηση Σαμαρά / Βενιζέλου, με τα γνωστά αποτελέσματα. Η πρόσφατη αναθεώρηση, ήρθε να αποκλείσει την προκήρυξη εκλογών, την οποία ο συνταγματικός νομοθέτης είχε εισηγηθεί στο Σύνταγμα του 1975 ώστε να ενθαρρύνει τη συναίνεση, που όμως στην πράξη λειτούργησε ως καταλύτης διάλυσης. Το δεύτερο, η εκλογή Προέδρου απευθείας από το λαό, θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στη μορφή του πολιτεύματος και θα δημιουργούσε ένα δυισμό Προέδρου και Πρωθυπουργού σε μια χώρα που έχει παράδοση διχασμών κι ένα πολίτευμα Προεδρευομένης και όχι Προεδρικής δημοκρατίας. Εν τέλει το κύρος του Προέδρου, δεν εξαρτάται από τις ψήφους που συγκεντρώνει αλλά από το περιεχόμενο που δίνει η προσωπικότητα του ανδρός στο αξίωμα. Και το πολιτικό μας σύστημα μπορεί να αποδείξει την ωριμότητά του, εάν αντιμετωπίσει το νέο σύστημα Προεδρικής εκλογής, με την απαραίτητη συναίνεση.