Ο κύριος από το διπλανό τραπέζι έσκυψε κάποια στιγμή λίγο συνωμοτικά προς το μέρος μου. «Τελικά, εσείς που τα ξέρετε, θα γίνει κανένας πόλεμος με την Τουρκία και θα τρέχουμε;», με ρώτησε, θεωρώντας ότι απευθυνόμενος σε κάποιον που εμφανίζεται στην τηλεόραση θα πάρει μια κάπως πιο εμπεριστατωμένη άποψη. «Δεν το βλέπω», του απάντησα. Νομίζω ότι τον απογοήτευσα κάπως.

Το τι θα γίνει με την Τουρκία είναι αναπόδραστα το θέμα των ημερών. Ο κόσμος, επίσης, ανησυχεί. Σας φέρνω ως παράδειγμα τα μηνύματα που παίρνουμε τα πρωινά του Σαββατοκύριακου στο ραδιόφωνο, όποτε αναφερόμαστε στο ζήτημα. Ο καθένας έχει μια διαφορετική προσέγγιση, έναν διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος. Πίσω, όμως, ακόμα και από τις πιο επιθετικές τοποθετήσεις, ακόμα και από τις πιο αιρετικές προτάσεις, μπορεί κανείς να διαβάσει την υποδόρια ανησυχία. 

Στην εξωτερική πολιτική ο φόβος είναι κακός σύμβουλος. Βεβαίως, ο φόβος δεν μπορεί να σε οδηγεί και σε αναβολή αποφάσεων ή κινήσεων. Πρωτίστως, λοιπόν, απαιτείται ψυχραιμία και σωστή ανάγνωση των κινήσεων της γείτονος. Σαφώς, έχουμε να κάνουμε με έναν γείτονα νευρικό, όχι όμως και τόσο απρόβλεπτο. Η Τουρκία επιθυμεί να καταστήσει σαφείς τις διεκδικήσεις της και εκμεταλλεύεται την ευνοϊκή γι’ αυτή συγκυρία, με την απουσία ενός ισχυρού αντιβάρου στη διεθνή κοινότητα που θα έκοβε «μαχαίρι» τον τουρκικό «βήχα». Πηγαίνει βήμα-βήμα και επιδιώκει τη δημιουργία τετελεσμένων. 

Το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου είναι εμείς τι κάνουμε. Εδώ υπάρχουν αυτά που λέγονται και πιο δύσκολες αλήθειες. Αφενός, η οδός της διπλωματίας είναι πάντα ο ασφαλής δρόμος για τα μέλη της διεθνούς κοινότητας. Ιδίως, όταν αυτός, με τον οποίο συγκρούεσαι, το καταπατά στην πρώτη ευκαιρία. Ορθά η κυβέρνηση διεθνοποιεί το ζήτημα, διαμορφώνει συμμαχίες σε μια Ευρώπη αμήχανη και χωρίς ισχυρούς μηχανισμού κοινής εξωτερικής πολιτικής, ενώ παράλληλα εντατικοποιεί και τις συνομιλίες για τον καθορισμό ΑΟΖ με την Αίγυπτο. Δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να κάνει η κυβέρνηση για να προασπίσει τα εθνικά συμφέροντα, πέρα από το να πατήσει στέρεα πάνω στο διεθνές δίκαιο, διαμορφώνοντας διαρκώς συμμαχίες.

Από εκεί και πέρα, όμως, υπάρχουν και οι δύσκολες αποφάσεις. Για παράδειγμα, ξεκίνησε μια κουβέντα εκ νέου για ενδεχόμενο προσφυγής στη Χάγη για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας. Εκτός του ότι δεν είναι τόσο απλό το να προσφύγουμε σε ένα δικαστήριο, του οποίου τη γενική δικαιοδοσία η Τουρκία δεν αναγνωρίζει, είμαστε έτοιμοι για οιαδήποτε απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου; Το ερώτημα είναι θεωρητικό, διότι και το ενδεχόμενο της Χάγης είναι θεωρητικό σε αυτή τη φάση. Είμαστε, όμως, προετοιμασμένοι να μην δικαιωθούμε κατά 100%; Θεωρητικά, και το 70% της δικαίωσης είναι νίκη σε άλλη περίπτωση, εδώ, όμως, θα συνεπάγεται υποχώρηση από εθνικές θέσεις. 

Επίσης: είμαστε έτοιμοι για το χειρότερο σενάριο; Είναι, επίσης, μια θεωρητική ερώτηση, με ένα αμιγώς πρακτικό σκέλος: αυτό του εξοπλισμού της χώρας. Βεβαίως, τα οικονομικά μεγέθη Ελλάδας-Τουρκίας δεν είναι συγκρίσιμα. Όμως, εμείς πρέπει να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να ενισχύσουμε την επάρκεια του στρατιωτικού μας υλικού, τόσο μέσω αναβαθμίσεων, όσο και μέσω «έξυπνων» αγορών, από τη στιγμή που η εγχώρια πολεμική μας βιομηχανία έχει μείνει εκτός συναγωνισμού. 

Η εθνική υπόθεση απαιτεί ψυχραιμία, νηφαλιότητα, καλό διάβασμα πολλών δεδομένων και ενότητα. Δεν χρειάζεται φόβος. Βεβαίως, δεν παύει να υπάρχει ανησυχία. Αυτή, όμως, δεν χρειάζεται να είναι παραλυτική, τουναντίον, μπορεί να είναι παραγωγική και να λειτουργεί ως κίνητρο. Επίσης, δεν χρειάζονται λεονταρισμοί, ειδικά από διάφορους απόστρατους που έχουν καιρό να ξεσκονίσουν τη στολή.