Είναι πολυτέλεια να μπορείς να ακούσεις στην ίδια εκδήλωση τον Ευάγγελο Βενιζέλο, την Ντόρα Μπακογιάννη, τον Παύλο Αποστολίδη και τον Γιώργο Σαββαϊδη. Όποια άποψη και να έχει, άλλωστε, κανείς για τους δύο πρώτους, δεν μπορεί παρά να γνωρίζει την τεράστια πολιτική τους πείρα, αλλά και την αναλυτική τους ευχέρεια. Οι άλλοι δύο είναι δύο μορφές της ελληνικής διπλωματίας, με συμμετοχή σε κρίσιμες εθνικές αποστολές τις τελευταίες δεκαετίες. 

Ποιο ήταν το συμπέρασμα της εκδήλωσης του Κύκλου Ιδεών του Ευάγγελου Βενιζέλου σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας, χθες το απόγευμα; Η προσφυγή στη Χάγη είναι αναπόδραστη, αν είναι ποτέ να επέλθει μια οριστική ρύθμιση στις σχέσεις μας με την Τουρκία. Είναι μια γενναία παραδοχή που δεν γίνεται εύκολα. Τόσο ο κ. Βενιζέλος όσο και η κ. Μπακογιάννη είναι «απελευθερωμένοι» εσχάτως, με αποτέλεσμα να θέτουν τα πράγματα στην αντικειμενική τους διάσταση, ιδίως στις διεθνείς σχέσεις. 

Επειδή δεν ζούμε σε ιδανικές συνθήκες, στη διένεξη με την Τουρκία έχουν χαθεί χρόνος και ευκαιρίες. Την ίδια ώρα, ο γείτονάς μας άλλαξε πρόσωπο και προσανατολισμό. Όπως σωστά είπε χθες η Ντόρα Μπακογιάννη, η στρατηγική του Ελσίνκι έχει χρεοκοπήσει. Η Τουρκία δεν θα γίνει μέλος της Ε.Ε. Ίσως να μην έπρεπε και ποτέ να γίνει, αλλά αυτή είναι μια παρεμπίπτουσα συζήτηση. Σε κάθε περίπτωση, η ίδια η Τουρκία δεν δείχνει να θέλει να μπει στην Ε.Ε. Άρα, κάτι πρέπει να κάνουμε με τα νέα δεδομένα, την ίδια ώρα που ο κ. Ερντογάν-ένας άλλος Ερντογάν μετά το πραξικόπημα του 2016-δημιουργεί διαρκώς τετελεσμένα και περιγράφει τα επόμενα βήματα που θα κάνει στην Ανατολική Μεσόγειο. 

Η Χάγη δεν είναι η τέλεια λύση. Είναι, όμως, μια λύση. Απαιτεί, βεβαίως, μια γενναία παραδοχή εκ προοιμίου: ακόμα και αν οι ελληνικές θέσεις δικαιωθούν, δεν θα δικαιωθούν απόλυτα. Είναι σχεδόν απίθανο να υπάρξει 100% δικαίωση των θέσεών μας. Άρα, ακόμα και μια νίκη θα είναι «πύρρειος». Υπό άλλες συνθήκες, ίσως να μην συζητούσαμε για Χάγη. Για παράδειγμα, αν κάποιος μπορούσε να τραβήξει το χαλινάρι του Ερντογάν. Ή αν ο ίδιος είχε αυτοσυγκράτηση από ένα σημείο και μετά, γιατί θα προσδοκούσε σε κάτι. Τα πράγματα, όμως, έχουν αλλάξει. 

Η Χάγη θα είναι αλλαγή status quo κατά τρόπο ριζικό. Απαιτεί πολιτική συνεννόηση, ετοιμότητα για ένα σενάριο που δεν θα είναι απολύτως σεβαστό με το μάξιμουμ των επιδιώξεών μας και ένα αρραγές εθνικό μέτωπο. Δεν είναι τέλεια λύση. Είναι μια λύση σε ένα μπουκέτο λίγων εναλλακτικών. 

Και κάπου εδώ φεύγουμε από τη σφαίρα του ευκταίου και περνάμε στο πεδίο του εφικτού. Με τα παρόντα δεδομένα και με τον Ερντογάν σε αυτή την κατάσταση, η Χάγη δεν είναι εφικτή. Ο Ερντογάν δεν θα καθίσει εύκολα σε ένα τραπέζι, ώστε να συμφωνήσουμε τι θα περιλαμβάνει αυτό το περίφημο «συνυποσχετικό» που θα προσδιορίζει επί ποίου πρέπει να αποφανθεί η Χάγη. Ακόμα και αν κάποιοι στην Τουρκία επιδιώκουν κάποιου είδους συνεννόηση, ο Ερντογάν έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα της συναίνεσης. 

Η πραγματικότητα είναι δυσμενής. Ακόμα και η εθνικά κοστοβόρα επιλογή της Χάγης είναι αμφίβολο, αν είναι εφικτή. Και αυτό, γιατί ο Ερντογάν δείχνει να μην επιθυμεί ένα πλαίσιο επίλυσης διαφορών με γνώμονα το διεθνές δίκαιο, αλλά ένα «ροντέο» στο Αιγαίο που κατάληξη θα έχει ένα τραπέζι διαπραγμάτευσης τετ-α-τετ. Άρα, εντός αυτού του πλαισίου κινούμαστε ρεαλιστικά και πρέπει να δούμε τι κάνουμε από εδώ και πέρα. 

Τώρα, για παράδειγμα, είναι μια ευκαιρία να ξαναπιάσουμε το νήμα των ΑΟΖ.