Το κτίριο που στεγάζεται το πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης έχει βαρύ ιστορικό φορτίο. Εκεί στεγαζόταν πριν και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η εταιρεία IG Farben, η εταιρεία που κατασκεύαζε το αέριο Κυκλώνας Β (ή Zyklon B στα Γερμανικά) που χρησιμοποιήθηκε στους θαλάμους αερίων για την εξόντωση των Εβραίων. Μέσα στο campus του πανεπιστημίου υπάρχει ένα μικρό κτίσμα με τη φράση «Έχουμε σωθεί, αλλά δεν είμαστε ελεύθεροι». Την είχε γράψει ο Νόρμπερτ Βόλχαϊμ, μετέπειτα μέλος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου της Γερμανίας προς τον Αμερικανό στρατηγικό Χέρμαν Σάιμον, ο οποίος τον είχε βοηθήσει να διαφύγει στο Λούμπεκ, μια πόλη στον γερμανικό Βορρά. 

Οι Γερμανοί έχουν έναν ιδιαίτερο τρόπο να έρχονται αντιμέτωποι με τα εθνικά τους κρίματα. Το κάνουν θαρραλέα. Μετά από μια πρώτη περίοδο εσωτερικής συζήτησης στη γερμανική κοινή γνώμη, επελέγη ως μέθοδος συνειδητοποίησης και μνήμης η ευθεία αντιπαράθεση με το παρελθόν. Σε πολλές πόλεις της Γερμανίας, υπάρχει μια ιδιότυπη ανοιχτή συζήτηση για τις αποτρόπαιες πράξεις των Ναζί, με σκοπό οι επόμενες γενιές να μην επαναλάβουν τα ίδια εγκλήματα. Με την ψυχραιμία της ιστορικής απόστασης, οι Γερμανοί επιλέγουν να κοιτάξουν το παρελθόν τους κατάματα, να μην το κρύψουν κάτω από το χαλί και να δομήσουν τις νέες εθνικές τους προσλαμβάνουσες σε άλλη βάση. 

Ο αντισημιτισμός, από την άλλη, στην Ελλάδα σαν να ήταν για χρόνια εμποτισμένος στην κοινωνία. Παράδοξο για μια χώρα που στο παρελθόν είχε τόσους Εβραίους κατοίκους, σε πλείστες όσες πόλεις. Η ελληνική αντιπαράθεση με το πρόβλημα ήταν, όπως σε πολλές άλλες περιπτώσεις, φοβική και εσωστρεφής. Ο εκτοπισμός και η εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, η μεταφορά τους στα κολαστήρια του Νταχάου, του Άουσβιτς και του Μπούχενβαλντ, αλλά και ο τρόπος που τους αντιμετώπισαν πολλοί Έλληνες τις μαρτυρικές εκείνες ώρες, παρέμεινε για χρόνια ένα εθνικό ταμπού που έδωσε τροφή στον αντισημιτισμό. Άλλωστε, τα στερεότυπα και ο ρατσισμός θεριεύουν όταν κανείς δεν θέλει να αντικρύσει την αλήθεια κατάματα. 

Από τότε, βέβαια, κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Η ελληνική κοινωνία μαθαίνει εδώ και αρκετά χρόνια. Γιατρεύει τις πληγές τις μισαλλοδοξίας, προχωρά στο μέλλον. Στην ιστορική καταγραφή θα βρει κανείς πλείστες όσες πληροφορίες γι’ αυτό το χαμένο, ζωντανό κύτταρο της Ελλάδας, την εβραϊκή κοινότητα που άκμασε και έγινε κομμάτι αναπόσπαστο της νεότερης Ελλάδας. Η ιστορική αποκατάσταση προχωρά. Μου έκανε, δε, θετική εντύπωση η κίνηση του Άδωνι Γεωργιάδη, ο οποίος, μετά από μια πρόσφατη επίσκεψή του στον τόπο μαρτυρίου του Άουσβιτς, απολογήθηκε εκ νέου γιατί, λόγω της προσωπικής του σχέσης με τον Κώστα Πλεύρη, έναν χυδαία εκπεφρασμένο αρνητή του Ολοκαυτώματος των Εβραίων, επέτρεψε να θεωρείται ως θιασώτης του αντισημιτισμού. «Ήταν απαράδεκτη η τότε συμπεριφορά μου και τώρα καταλαβαίνω ότι αυτά τα πράγματα δεν μπορείς να τα παίρνεις ελαφρά», έγραψε. Και θέλει θάρρος στην πολιτική για να πεις ότι έσφαλλες, ιδίως σε ένα τέτοιο ζήτημα.

Όπως γενναίος είναι και ο συμβολισμός που εκπέμπει η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη σήμερα στο Άουσβιτς, ανήμερα της Παγκόσμιας Μέρας Μνήμης του Ολοκαυτώματος. Ο πρωθυπουργός δεν περιορίζεται απλώς σε μια δήλωση, αντίθετα, πηγαίνει εκεί που γράφτηκε με τρόπο φριχτό και ανέκκλητο η ιστορία. Διότι, ο ρατσισμός και, εν προκειμένω, ο αντισημιτισμός, γεννιέται επίσης εκεί που επέρχεται η λήθη. Και κανείς δεν πρέπει να ξεχάσει τη μαζικότερη εξόντωση ανθρώπων στην παγκόσμια ιστορία. Δυστυχώς, η τάση αυτή υπάρχει ακόμα στη σύγχρονη Ελλάδα, 75 χρόνια μετά το τέλος του Πολέμου. Και στην Ελλάδα δεν τα έχουμε καλά με τους λογαριασμούς από το παρελθόν. Αποφεύγουμε να τους ρυθμίσουμε, όπως ο διάολος το λιβάνι. Η εν Ελλάδι εβραϊκή κοινότητα είναι κομμάτι της εθνικής μας ταυτότητας. Καιρός να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας και να διατρανώσουμε ότι ο αντισημιτισμός, όπως και κάθε άλλη μορφή ρατσισμού, δεν έχει καμία θέση σε μια Ελλάδα που, μετά από δέκα χρόνια κρίσης, περνά στην επόμενη μέρα.