Ούτε μπορεί να αποτελεί δικαιολογία το ότι ο Τραμπ προηγουμένως είχε αρνηθεί να της δώσει το χέρι. Η κίνηση της Πελόσι δεν μπορεί βεβαίως να αξιολογηθεί ανεξάρτητα από την σφοδρήμ μάχη Ρεπουμπλικανών – Δημοκρατικών της τελευταίας τετραετίας. Όμως, μοιάζει σαν η πράξη αυτή, να αποτελεί μια αντεπίθεση σε ένα γήπεδο που ο Τραμπ γνωρίζει καλύτερα. Το γήπεδο του λαϊκισμού, της δημαγωγίας, στη μάχη της εικόνας και των σόσιαλ. Εκεί που ο Τραμπ έχει αποδειχτεί πανηγυρικά νικητής.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει εξαπολύσει ένα πόλεμο απέναντι σε κάθε είδους κατεστημένο: τα μέσα ενημέρωσης, το βαθύ κράτος, την πανεπιστημιακή κοινότητα και κάθε προοδευτική φωνή της χώρας. Από την άλλη, οι Δημοκρατικοί μοιάζουν σαν να μην μπορούν να χωνέψουν την ήττα του 2016. Επαναφέρουν συνεχώς την εμπλοκή της  Ρωσίας στην νίκη του Τραμπ, επεδίωκαν μέχρι πρότινος την καθαίρεσή του από το Προεδρικό αξίωμα, αλλά κυρίως, αδυνατούν να δημιουργήσουν ένα πειστικό πολιτικό αφήγημα που θα μπορούσε να κουμπώσει με τις ανησυχίες της πλατιάς μάζας της μέσης Αμερικής και της εργατικής τάξης. Άλλωστε, εδώ και χρόνια, μεγάλο μέρος των ακαδημαϊκών της ανατολικής ακτής, έχουν ασκήσει κριτική στην υπερβολική έμφαση που δίνουν οι Δημοκρατικοί στην πολιτική ορθότητα και στα ζητήματα ταυτότητας των διαφόρων κοινωνικών μειονοτήτων, «ξεχνώντας» να απαντήσουν στα προβλήματα και στις ανησυχίες των λαϊκών πλειοψηφιών, στους λευκούς ψηφοφόρους της μέσης Αμερικής. Που με τη σειρά τους γυρίζουν την πλάτη στο πολιτικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον και ψηφίζουν Τραμπ ή απέχουν.

Σε αυτό το πεδίο είναι που οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να βρουν τον τρόπο να αντιτάξουν μια  υποψηφιότητα. Το αίσθημα υπεροψίας απέναντι στον Τραμπ, στον ανορθολογικό τρόπο άσκησης πολιτικής, στην χρήση των αγγλικών και στις μεθόδους του, γίνεται μπούμερανγκ, γιατί εκλαμβάνεται από τους ψηφοφόρους ως μια αμφισβήτηση της λαϊκής ψήφου. Μετά την ήττα της Χίλαρι Κλίντον, που θεωρήθηκε από τους ψηφοφόρους ως ο απόλυτος εκπρόσωπος του κατεστημένου, οι Δημοκρατικοί ψάχνουν ένα αντίδοτο στο αδιέξοδο, που μοιάζει να μην μπορεί να το ενσαρκώσει ο ριζοσπαστικός Μπέρνι Σάντερς, ο παλιόλυκος Μπάιντεν, ή η Αριστερή γερουσιαστής Γουόρεν. Μοιραία τα φώτα πέφτουν τις τελευταίες ώρες στον 38χρονο πρώην δήμαρχο μιας μικρής πόλης της Ιντιάνα, τον Πιτ Μπούντιτζιτζ, που έκανε την έκπληξη με την επίδοση που κατέγραψε στις προκριματικές της Αϊόβα. Και βέβαια, ένα από τα πρώτα ερωτήματα με τα οποία θα ασχοληθεί η Αμερική, είναι το εάν είναι έτοιμη, να εκλέξει τον πρώτο της - δηλωμένο - γκέι Πρόεδρο. Η συνέχεια αναμένεται με ενδιαφέρον.