Η Ελλάδα είναι χώρα. Δεν είναι χώρος. Και ως χώρα έχει σύνορα, τα οποία επιβάλλεται να φυλάξει. Δεν είναι ζήτημα επιλογής. Όταν τα σύνορα της χώρας απειλούνται, είναι μονόδρομος για την κυβέρνηση, τις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας να κάνουν το παν για να διαφυλάξουν το αδιεπέραστό τους. 

Είναι σαφές ότι οι παραπάνω, θεμελιώδεις αρχές λειτουργίας ενός κράτους προκαλούν αλλεργία σε πολλούς. Είναι αδιάφορο. Η χώρα υφίσταται στα σύνορά της μια απειλή. Θα πει κανείς, είναι απειλή μερικές χιλιάδες απελπισμένοι άνθρωποι; Δεν είναι τόσο απλό. Η απειλή είναι το κράτος-παραβάτης που είναι από πίσω τους. Η Τουρκία δεν κάνει απλώς τα στραβά μάτια και αφήνει μετανάστες και πρόσφυγες να περνούν προς τα ελληνικά σύνορα. Μετατρέπεται σε κράτος-διακινητή, τους διευκολύνει με κάθε τρόπο, με λεωφορεία, οχήματα του στρατού και ακταιωρούς και μετατοπίζει το βάρος στην Ελλάδα. Απέναντι σε αυτή τη μαζική, οργανωμένη και πολλές φορές βίαιη απόπειρα εισόδου στη χώρα, επιβάλλεται να αμυνθούμε. Πρέπει να είναι σαφές: δεν αποκρούουμε την ανθρώπινη απελπισία, αποκρούουμε τον υβριδικό πόλεμο της Τουρκίας που εργαλειοποιεί ανθρώπους για να πετύχει τους σκοπούς της. 

Οι εικόνες που έρχονται από τα σύνορα του Έβρου είναι συγκλονιστικές. Και, αρκετές φορές, είναι εικόνες απόπειρας εισβολής. Δεν αρέσει σε κάποιους, αλλά πώς αλλιώς να οριστεί ο πετροπόλεμος, οι κροτίδες και τα χημικά τουρκικής προέλευσης που πετούν στις ελληνικές δυνάμεις από την άλλη μεριά του φράχτη; Να τελειώνουμε με το παραμύθι: δεν είναι όλοι στα σύνορά μας πρόσφυγες, δεν είναι όλοι ευάλωτοι, δεν είναι όλοι μωρά και μητέρες, δεν χρήζουν όλοι διεθνούς προστασίας. Πολλοί είναι οικονομικοί μετανάστες, εξαθλιωμένοι και εξαγριωμένοι. Δυστυχώς, δεν χωράνε σε μια χώρα που ήδη φιλοξενεί πολλούς, σε ένα περιβάλλον ευρωπαϊκής αδιαφορίας για μια δίκαιη κατανομή. 

Αν η κυβέρνηση δεν είχε δώσει από την πρώτη στιγμή τη μάχη στα σύνορα, αν δεν είχε διαθέσει όσες δυνάμεις ήταν επιχειρησιακά απαραίτητο, χιλιάδες άνθρωποι θα είχαν μπει δια της χερσαίας οδού. Τα στοιχεία, άλλωστε, είναι αποκαλυπτικά. Σχεδόν 25.000 άνθρωποι προσπάθησαν να μπουν από τον Έβρο, από τα ξημερώματα του Σαββάτου. Άνθρωποι που δεν θα έφευγαν προς την Ευρώπη, ούτε θα μπορούσαν να επιστραφούν προς την Τουρκία, παρά μόνο στις χώρες καταγωγής τους. Πρακτικά, θα ξέμεναν στην Ελλάδα. 

Οι στιγμές είναι κρίσιμες και απαιτούν, βεβαίως, ομοψυχία και συνεννόηση. Συνεννόηση, όμως, δεν σημαίνει αλλοίωση του μείζονος στόχου που είναι η υπεράσπιση των συνόρων. Βεβαίως, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα στα θαλάσσια σύνορα, όπου, όσα σκάφη και αν αναπτυχθούν, οι τουρκικές ακταιωροί συνοδεύουν τις βάρκες με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, οι οποίες βυθίζονται, προκειμένου να εξαναγκάσουν τις ελληνικές και ευρωπαϊκές αρχές σε έρευνα και διάσωση. Όπως και να έχει, όμως, μια κανονική μάχη είναι σε εξέλιξη. 

Το δράμα των προσφύγων και των μεταναστών είναι γνήσιο. Υπάρχουν, όμως, όρια. Και αυτά τα όρια υπερβαίνονται, όταν η Τουρκία ξηλώνει μονομερώς ό,τι είχε απομείνει την Κοινή Δήλωση Ε.Ε.-Τουρκίας και μετατοπίζει όλη την πίεση στην πλευρά της Ελλάδας. Εδώ αλλάζουμε πίστα, ξεπερνάμε το ανθρώπινο δράμα και αντιμετωπίζουμε μια ασύμμετρη κατάσταση. Η Ευρώπη πρέπει, βεβαίως, να αφυπνιστεί και να βάλει πλάτη. Αλλά, στο τέλος της μέρας, τα σύνορά μας θα τα φυλάξουμε μόνοι μας. Αυτή η αποστολή είναι πάγια και διαρκής. Στην πολιορκία δεν απαντάς με τριαντάφυλλα. Και, όσο θεμιτή και αν είναι η διαρκής επίκληση του διεθνούς δικαίου, άλλο τόσο θεμιτό και αναφαίρετο είναι το δικαίωμα ενός κράτους να φυλάξει τα σύνορά του σθεναρά, με τον τρόπο που αυτό κρίνει. 

Όλα τα άλλα έπονται.