Όταν μπήκαμε στο μνημόνιο πιστεύαμε πως η χώρα δεν θα χρειαστεί αναδιάρθρωση του χρέους και πως η επιστροφή στην κανονικότητα θα πάρει περίπου μια τριετία. Ήμασταν όλοι ζαλισμένοι από την αλήθεια των greek statistics αλλά και θυμωμένοι με τον τρόπο που το πολιτικό σύστημα διαχειρίστηκε τις τύχες της χώρας τις προηγούμενες δεκαετίες. Στην αρχή λέγαμε πως η κρίση είναι ευκαιρία, πως θα φτιάξουμε το κράτος από την αρχή. Θα μετρήσουμε τους δημόσιους υπαλλήλους, θα τους αξιολογήσουμε και θα κόψουμε τα stage. Θα ελέγξουμε τις δημόσιες δαπάνες στην υγεία, θα καθιερώσουμε το διπλογραφικό σύστημα στα νοσοκομεία, θα κόψουμε τις σπατάλες εδώ κι εκεί. Α, και θα φτιάξουμε και μια πραγματικά ανεξάρτητη εθνική στατιστική αρχή. Κάποια από όλα αυτά έγιναν, ειδικά το τελευταίο. Βέβαια είχε ως αποτέλεσμα ο επικεφαλής της, να διώκεται δικαστικά για καμιά 10αριά χρόνια, επειδή απλά έκανε τη δουλειά του όπως έπρεπε. Ναι, στη δεκαετία της κρίσης, δεν υπήρξαν πολλά πράγματα που έγιναν γραμμικά κι εποικοδομητικά. Έγιναν με αίμα, δάκρυα κι ιδρώτα.

Το Καστελόριζο συμβολίζει ίσως ιστορικά και πολιτικά το πρώιμο τέλος της μεταπολίτευσης, της αδιάλειπτης πορείας ανάπτυξης κι ευημερίας μιας χώρας με καχεκτική δημοκρατία. Σηματοδοτεί ταυτόχρονα και την αρχή ενός διχασμού που η Ελλάδα είχε να βιώσει από τη δεκαετία του ΄60. Η χρεοκοπία του κράτους και η κακά σχεδιασμένη βοήθεια της Ευρώπης και του ΔΝΤ βύθισε τη χώρα στην ύφεση, στην ανεργία και στη οικονομική κατάρρευση. Οι τράπεζες κατέρρευσαν, κραταιές επιχειρήσεις βούλιαξαν, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους και πάνω από μισό εκατομμύρια νέοι εγκατέλειψαν τη χώρα για να αναζητήσουν αλλού την τύχη τους. Η φτώχεια και ο θυμός γιγάντωσαν πολιτικά τις δυνάμεις της αντίδρασης στέλνοντας τους φασίστες στη βουλή και την Αριστερά στη διακυβέρνηση της χώρας. Η χώρα ψήφισε κι εφήρμοσε τρία μνημόνια. Στο πρώτο, στην εποχή της άρνησης, ο Παπανδρέου τους είχε όλους απέναντι. Στο δεύτερο, στη φάση του θυμού και τη οργής, το υπερψήφισαν - με αρκετές απώλειες - μαζί με το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ και ο ΛΑΟΣ. Στο τρίτο, αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης με τα πουκάμισα έξω, ψήφισαν όλοι μαζί. Όταν κοιτάζουμε πίσω, το πολιτικό σύστημα χρεώνεται την απουσία πολιτικής συναίνεσης, που αν την είχε δείξει μπορεί και να βγαίναμε νωρίτερα από αυτήν την περιπέτεια.

Στη δεκαετία της κρίσης ακούσαμε ένα κάρο θεωρίες, σοβαρούς, λιγότερο σοβαρούς κι αρκετούς τσαρλατάνους να εξηγούν το τι ακριβώς συνέβη και η χώρα κατέληξε στα βράχια. Επαναφέραμε όλες τις δοξασίες που βλέπουν τη χώρα μας έρμαιο των σκοτεινών δυνάμεων που θέλουν να υφαρπάξουν τον πλούτο της, να εκμεταλλευτούν τη γεωστρατηγική της θέση, τα πετρέλαια και τα οικόπεδά της. Και βέβαια κατηγορήσαμε τις πολιτικές, επιχειρηματικές και κοινωνικές ελίτ για την δυστυχία μας. Στη μέση της κρίσης εμπιστευτήκαμε το άφθαρτο πρόσωπο του ηγέτη της Αριστεράς, για να μας οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση. Ήταν όμως η αποτυχία του πειράματος των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ που μας έκανε να αντιληφθούμε ότι ο διχαστικός και συγκρουσιακός λόγος του λαϊκισμού δεν μπορεί να αποτελεί την πρόταση εξουσίας στον 21ο αιώνα.

Η Ελλάδα άλλαξε πολύ τα τελευταία 10 χρόνια. Ο Παπανδρέου έλεγε τότε, στις αρχές αυτής περιπέτειας, πως ακριβώς επειδή μπήκαμε πρώτοι στην κρίση, θα βγούμε και πρώτοι από αυτήν. Δεν το καταφέραμε. Όμως με κάποιο τρόπο, η ελληνική κοινωνία καλλιέργησε σταδιακά μια αντοχή, μια ενσυναίσθηση και μια συλλογική ευθύνη που δεν υπήρχε 10 χρόνια πριν. Σαν η χώρα να άφησε πίσω της τους τσαρλατάνους, τους λαϊκιστές, τους κήρυκες του μίσους και του διχασμού. Αυτή την συλλογική ωρίμαση που επιδεικνύει - εν μέσω πανδημίας - η κοινωνία μας,  είναι που σήμερα εξυμνούν οι ίδιοι που 10 χρόνια πριν μας κρεμούσαν στα μανταλάκια ως μαύρο πρόβατο της Ευρώπης.