Η οικονομική κρίση που την περασμένη δεκαετία «χτύπησε» τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα τις χώρες του νότου, ξεκίνησε σιγά – σιγά να δημιουργεί ρήγματα στο οικοδόμημα της.

Τα αποτελέσματα της κρίσης στην Ένωση έχουν γίνει ορατά και κατανοητά από όλους, ενώ οι προσφυγικές ροές έφεραν ακόμη μεγαλύτερες διαμάχες μεταξύ των κρατών – μελών με κάποια από αυτά να δείχνουν παντελή έλλειψη αλληλεγγύης. Η έξοδος της Μεγάλης Βρετανίας από το μπλογκ και η εμφάνιση ακροδεξιών πολιτικών που άρχισαν να αποκτούν δύναμη και λόγο σε ολόκληρη τη γηραιά ήπειρο, ήταν κάποιες από τις συνέπειες.

Από τη μία πλευρά το δόγμα της λιτότητας, με τις χώρες του Βορρά να αισθάνονται πως καλούνται να πληρώσουν για τα… σπασμένα των απείθαρχων του Νότου και από την άλλη οι χώρες του Νότου που αισθάνονται πως οι Βόρειοι τους πέρασαν μια θηλιά στο λαιμό, την οποία αρέσκονται να σφίγγουν όλο και περισσότερο.

Με την πανδημία του κορονοϊού και την οικονομική κρίση που τη συνοδεύει, η κατάσταση φαίνεται πως φτάνει πλέον σε ένα οριακό σημείο.  

Το διακύβευμα είναι μεγάλο και το ερώτημα που γεννάται είναι αν θα υπάρξει τελικά μια υπαρξιακή κρίση κι αν η Ευρώπη θα καταφέρει να ανταποκριθεί σε αυτήν. Εάν θα δημιουργηθεί μια τεράστια πολιτική κρίση, που πιθανότατα θα ενισχύσει τις αντιευρωπαϊκές φωνές και θα συμβάλει στην διάλυση της Ένωσης.

Οι ηγέτες των χωρών – μελών της ΕΕ θα συνομιλήσουν σήμερα σε μία σύνοδο με τεράστια σημασία, ο αντίκτυπος της οποίας αναμένεται να αφήσει τα σημάδια του στα επόμενα χρόνια.

Στο «τραπέζι» έχουν πέσει διάφορες λύσεις έως τώρα. Η μία είναι αυτή που πρότειναν οι Ισπανοί δηλαδή η δημιουργία ενός ταμείου 1,5 τρισεκ. Ευρώ, το οποίο θα βοηθήσει στην ανάκαμψη των χωρών που έχουν πληγεί περισσότερο από την επιδημία του κορονοϊού.

Η δεύτερη ήταν η δημιουργία του ευρωομόλογου ή «κορονο-ομολόγου», όπως πολλοί το ονόμασαν, που όμως βρίσκει κάθετα αντίθετες την Γερμανία και την Ολλανδία. Γιατί; Μα γιατί με την  αμοιβαιοποίηση του χρέους ρισκάρουν την αξιοπιστία τους ως χώρες και καλούνται να μοιραστούν τον κίνδυνο με χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία. Καλούνται δηλαδή να αυξήσουν και το δικό τους χρέος και να μοιραστούν τα βάρη, ενώ παράλληλα φοβούνται πως αυτό μπορεί να έχει τελικά ως αποτέλεσμα να «φορτωθούν» και τα παλιά χρέη των χωρών του Νότου, χρέη που δημιουργήθηκαν πριν από την κρίση της πανδημίας.

Είναι λοιπόν πιθανότατα κατανοητό γιατί, από την πλευρά τους, δεν επιθυμούν κάτι τέτοιο. Από την άλλη πλευρά όμως είναι δεδομένο πως αν δεν υπάρξει κάποια μορφή αμοιβαιοποίησης του χρέους, τότε οι συνέπειες θα είναι πολύ σοβαρές για όλους.

Τα τελευταία εικοσιστετράωρα εμφανίστηκε ένα ακόμη σενάριο, μία ακόμη λύση που ενδεχομένως να αποτελέσει την ιδανική λύση, για όλες τις πλευρές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φαίνεται να προτείνει έναν συμβιβασμό. Να διοχετεύσει η κομισιόν έως 1,5 τρισεκατομμύριο ευρώ στην οικονομία, αντλώντας κεφάλαια με ενέχυρο τον προϋπολογισμό της ΕΕ.

Πιο συγκεκριμένα, όπως ανέφεραν ξένα Μέσα Ενημέρωσης η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν σκοπεύει να παρουσιάσει στη σύνοδο κορυφής ένα σχέδιό, το οποίο εκπονεί σε στενή συνεργασία με τον Σαρλ Μισέλ. Το σχέδιο στοχεύει στη συγκέντρωση ενός τρισεκατομμυρίου ευρώ με σχεδόν μηδενικό επιτόκιο από τις αγορές. Προβλέπει πως το ποσό που καταβάλλουν οι χώρες της ΕΕ για τον ετήσιο προϋπολογισμό θα παραμείνει γύρω στο 1% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, αλλά θα αυξηθεί το όριο των πόρων που προορίζονται για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών στο 2% του ευρωπαϊκού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος.

Το «αγκάθι» στο σενάριο αυτό είναι πως θα πρέπει αρχικά να εγκριθεί ο νέος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός, κάτι που χρειάζεται συνήθως μήνες για να επιτευχθεί. Το να υπάρξει έγκαιρα μια λύση φαίνεται να είναι τόσο σημαντικό όσο και το να υπάρξει μια λύση αποδεκτή από όλους.

Αυτό άλλωστε φάνηκε και στην προηγούμενη οικονομική κρίση που ταλαιπώρησε την Ευρώπη, καθώς αν και τελικά βρέθηκαν στην πορεία διάφορες λύσεις όπως ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM), η καθυστέρηση έδωσε την δυνατότητα να «θεριέψουν» ακροδεξιές φωνές όπως του Σαλβίνι στην Ιταλία και του Γκερτ Βίλντερς στην Ολλανδία.

Ο χρόνος λοιπόν δεν κυλάει υπέρ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που πρέπει να βρει τον τρόπο να κρατήσεις τις ισορροπίες, καθώς κι όλα τα μέλη, στο τραπέζι. Η σημερινή σύνοδος δεν είναι υπερβολή να πούμε πως μπορεί να μείνει στην ιστορία ως η σύνοδος που διατήρησε ή που διέλυσε το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα.