Δεν ξέρω ποιος πραγματικά έχει πειστεί από τις εξηγήσεις Παππά για το περιεχόμενο της συνομιλίας του με τον Σάμπι Μιωνή. Το σίγουρο είναι πως έχει εξαγριώσει τα μέλη του Πολιτικού Συμβουλίου, αρκετά από τα οποία ζήτησαν χθες την παραίτησή του. Γιατί καλά, τον κόσμο που τον παρακολουθεί στην τηλεόραση μπορεί να τον κοροιδεύει όταν εξηγεί το ποιους εννοούσε με τον όρο “μαγαζί” κοκ. Αλλά στους συντρόφους, παρουσία του αρχηγού, είναι αλλιώς τα πράγματα.

Εδώ και μερικούς μήνες, ακόμη και οι πλεον δύσπιστοι έχουν παρακολουθήσει να ξεδιπλώνεται ένα κουβάρι αποκαλύψεων, μέσα από το οποίο προκύπτουν ισχυρές ενδείξεις πως η ομάδα του Μαξίμου που κυβέρνηση την χώρα την περίοδο 2015 - 2019 προσπάθησε μεθοδικά να εξοντώσει τους πολιτικούς της αντιπάλους, μέσα κι έξω από την βουλή, με ανυπόστατες ή κατασκευασμένες κατηγορίες. Μίλησαν για το μεγαλύτερο σκάνδαλο στην ιστορία του ελληνικού έθνους, έσυραν στα μανταλάκια 10 πολιτικά στελέχη - μεταξύ αυτών και δυο πρώην Πρωθυπουργούς - ενίσχυσαν δημοσιογραφικά παραμάγαζα όπου διοχέτευαν “στοιχεία” και πληροοφορίες και τελικά δημιούργησαν ένα κλίμα διχασμού και ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής.

Οι αποκαλύψεις των συνομιλιών Παππά - Μιωνή, την αυθεντικότητα των οποίων ο πρώην υπουργός δεν αμφισβήτησε ποτέ, δείχνουν πως εν γνώσει του Μεγάρου Μαξίμου ένα παρασύστημα εξουσίας λειτουργούσε με στόχο την εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων της προηγούμενης κυβέρνησης. Κι ακόμη κι αν δεχθούμε την τραβηγμένη - τελευταία - ερμηνεία Παππά, πως ο λόγος ήταν προσχηματικός γιατί βρισκόταν απέναντι σε έναν παραληρηματικό επιχειρηματία, διαπιστώνουμε ένα ύφος κι ένα πνεύμα εξουσίας που τίποτε αριστερό και θεσμικό δεν εκπέμπει. Γιατί καλό το παραμύθι με το “ηθικό πλεονέκτημα” της Αριστεράς, αλλά η προηγούμενη κυβέρνηση κατάφερε όχι μόνο να αποδειχθεί διαχειριστικά ανίκανη, αλλά και θεσμικά - σε αρκετές περιπτώσεις - επικίνδυνη.