Δέχονται ερωτήσεις μέσω των κοινωνικών δικτύων; Πιέζονται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των επιχειρηματιών; Θέλουν να καθησυχάσουν τους πολίτες που εργάζονταν σε επιχειρήσεις που έβαλαν λουκέτο με κρατική εντολή;

Ό,τι και να έχουν στο νου τους, ας ξέρουν ότι δεν κάνουν καλό σε κανέναν: οι εργαζόμενοι των κλειστών επιχειρήσεων βυθίζονται όλο και πιο πολύ στην αβεβαιότητα, οι επιχειρηματίες τα έχουν χάσει, οι πολίτες που δουλεύουν από το σπίτι δεν βρίσκουν άκρη με τα ιντερνετικά προβλήματα χωρίς βοήθεια από πουθενά, όσοι έχουν προπληρώσει διακοπές για τις γιορτές τραβούν τα μαλλιά τους. Γιατί; Επειδή κανείς υπουργός δεν έχει καταφέρει να πει κάτι το οποίο θα ισχύσει, βρέξει – χιονίσει. Και πως θα μπορούσε να ειπωθεί κάτι τέτοιο, όταν οι εντατικές είναι σχεδόν γεμάτες και ο ρυθμός αύξησης των κρουσμάτων έχει μόνον ελαφρά μειωθεί;

Το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Δεν είναι ότι οι υπουργοί δεν τα λένε καλά. Δεν έγκειται στο ότι δεν είναι πειστικοί. Δεν έχει να κάνει με την αδυναμία τους να αναδείξουν τα κυβερνητικά σχέδια. Το πρόβλημα είναι πραγματικό – όταν δεν έχεις κάτι να πεις, καλύτερα να μη λες τίποτα.

Στον πρώτο γύρο της πανδημίας, τα κυβερνητικά στελέχη είχαν σαν ευαγγέλιο τη γνώμη των ειδικών. «Ότι μας πει η επιτροπή των λοιμωξιολόγων», ήταν η μόνιμη επωδός – και σωστά. Τι άλλαξε από τις αρχές του φθινοπώρου; Το μόνο που άλλαξε ήταν ο ρυθμός αύξησης του αριθμού των κρουσμάτων, των διασωληνωμένων και – δυστυχώς – των νεκρών. Και πάνω εκεί, οι υπουργοί άρχισαν να αυτοσχεδιάζουν...

Είναι προφανές ότι η πίεση για να ανοίξει ξανά η αγορά, είναι τεράστια: η περίοδος των γιορτών – Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά – είναι παραδοσιακά η στιγμή της μαζικής κατανάλωσης, η στιγμή του μεγάλου τζίρου, που μπορεί να διορθώσει και κάποιες αστοχίες των προηγούμενων μηνών. Λογικό. Όμως, τα μπρος – πίσω των υπουργών δεν προσφέρουν τίποτε στην αγορά. Το μόνο που επιτυγχάνεται με όλα αυτά, είναι να χάνεται η εμπιστοσύνη – με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την συμπεριφορά της κοινωνίας.