Ο κ. Μητσοτάκης, στην Θεσσαλονίκη, επανέλαβε με κατηγορηματικό τρόπο μια από τις βασικές του εκτιμήσεις για την Ελληνική οικονομία. Ότι δηλαδή με τα «εξοντωτικά» πρωτογενή πλεονάσματα που αποδέχθηκε ο κ. Τσίπρας οι εταίροι «φόρεσαν μια θηλιά που στραγγαλίζει τον ιδιωτικό τομέα τις παραγωγικές και δημιουργικές δυνάμεις του Έλληνα». Για τον λόγο αυτό θα προσπαθήσει να επαναδιαπραγματευθεί τον όρο  για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%. Την ίδια στιγμή υποστήριξε ότι το πρώτο μέλημα της κυβέρνησης του θα είναι να πετύχει την μείωση των σπρεντ ώστε να μπορεί η Ελλάδα να βγει και να δανειστεί στις διεθνείς αγορές. Πρόκειται για δύο θέσεις που αντιφάσκουν.

Ο λόγος είναι πολύ απλός. Αν η οικονομία δεν βγαίνει με τις σημερινές υποχρεώσεις για τα πλεονάσματα, τότε τα επιτόκια στις αγορές δεν θα πέσουν αν πρώτα οι εταίροι δεν αποδεχθούν να χαλαρώσει η δημοσιονομική πολιτική και να μειωθούν τα πλεονάσματα. Και μπορεί στην Ελλάδα τέτοια ζητήματα να περνάνε στα ψιλά γράμματα, όταν όμως οι αναλυτές στους διεθνείς οίκους ακούνε αυτές τις εκτιμήσεις από τον επόμενο, τουλάχιστον σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, πρωθυπουργό, τις παίρνουν υπ όψη τους πολύ σοβαρά. Άλλωστε και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κάτι ανάλογο υποστηρίζει.

Η θέση αυτή του κ. Μητσοτάκη οδηγεί τα στελέχη της ΝΔ σε αναλύσεις που αγγίζουν τα όρια του κωμικού. Ο κ. Δένδιας για παράδειγμα, όταν ρωτήθηκε πώς θα καταφέρει ο αρχηγός του να επαναδιαπραγματευθεί τα πλεονάσματα, είπε ότι με την πολιτική του θα πετύχει ρυθμούς ανάπτυξης 4% κι αυτό θα πείσει τους εταίρους ότι έχει δίκιο. Αλλά βέβαια αν μπορεί η οικονομία να πετύχει τόσο υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης με τους σημερινούς όρους για τα  πλεονάσματα τότε μια χαρά τα καταφέρνει και δεν χρειάζεται καμιά επαναδιαπραγμάτευση. Για να μην πούμε και το άλλο. Ακόμα και αν αποφασίσουν να εμπιστευθούν τον κ. Μητσοτάκη, οι εκτιμήσεις για το χρέος έχουν βάθος δεκαετίας και πλέον. Αν η προηγούμενη δεκαετία είναι οδηγός, και μακάρι να μην είναι, μέσα σε μια δεκαετία είναι πιθανό να έχουμε 5 διαφορετικούς πρωθυπουργούς.

Θα μπορούσε βέβαια να υποστηριχθεί ότι όλα αυτά είναι  προεκλογικά. Δεν χρειάζεται να τα πάρουμε τοις μετρητοίς. Μπορεί και να είναι έτσι. Πολύ εύκολα ωστόσο μπορούμε να φανταστούμε την επόμενη κυβέρνηση να μπαίνει σε μια νέα διαπραγμάτευση, με αποτέλεσμα βέβαια το ακριβώς αντίθετο. Να κρατά δηλαδή τα σπρεντ στα ύψη καθώς στις αγορές θα είναι πεπεισμένοι ότι η Ελλάδα δεν έχει καμιά διάθεση να τηρήσει τις υποχρεώσεις της. Ακριβώς αυτό που συμβαίνει και σήμερα, όπου με το που βγήκαμε από το Μνημόνιο,  η μόνη συζήτηση που γίνεται είναι ποιος θα κάνει τις καλύτερες παροχές, κρατώντας τα σπρεντ στα ύψη.  Έχει μάλιστα ενδιαφέρον ότι σ αυτό συμπλέουν και τα τρία κόμματα. Ακόμα χειρότερα, Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ μιλούν για επαναδιαπραγμάτευση ενώ ο κ. Τσίπρας κατέστησε σαφές ότι ως τις εκλογές έχει το μαξιλάρι των 20 δισεκατομμυρίων και δεν τον ενδιαφέρουν τα σπρεντ. Μετά ας πονοκεφαλιάσουν άλλοι.

Η θέση όμως που ενδιαφέρει περισσότερο σήμερα είναι του κ. Μητσοτάκη. Αυτός θα σπάει το κεφάλι του αύριο, μαζί βέβαια κι εμείς όλοι. Κι είναι απορίας άξιο πώς κανείς από το επιτελείο του δεν τον έχει προειδοποιήσει για μια τόσο εξόφθαλμη αντίφαση. Ίσως δεν είναι άσχετο το ότι ως σήμερα δεν έχει παρουσιάσει ποιοι θα είναι αυτοί που θα αποτελέσουν τον πυρήνα της επόμενης κυβέρνησης. Δεν έχει πείσει ότι υπάρχουν τα στελέχη με τις γνώσεις και την πείρα που απαιτείται για να βγάλουν την χώρα από την σημερινή στασιμότητα. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα είναι αυτοί που μονοπωλούν τις τηλεοράσεις.