Η Μυρσίνη Λοΐζου δεν θα έπρεπε να είναι ποτέ υποψήφια ευρωβουλευτής, όχι του ΣΥΡΙΖΑ, οιουδήποτε σοβαρού κόμματος. Οι λόγοι είναι πολλοί και σοβαροί: δεν έχει δουλέψει, στα σοβαρά και κατά δική της ομολογία, ούτε μια μέρα στη ζωή της, καθώς ζούσε από τα δικαιώματα του πατέρα της, εγκωμίαζε τρομοκράτες και λοιπούς μπαχαλάκηδες τα χρόνια της φαιδράς πορτοκαλέας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ είχε και προηγούμενα με τον νόμο, επειδή εισέπραττε παράνομα επί πεντέμισι χρόνια τη σύνταξη της μητέρας της.

Για να το συνοψίσουμε: η κ. Λοΐζου ήταν άεργη και ουχί άνεργη, γιατί δεν επέλεξε ποτέ να δουλέψει κανονικά, είναι καταδικασθείσα για παράνομη πράξη και παραιτήθηκε λέγοντας ψέματα ότι, τάχα, το ασφαλιστικό ταμείο που, από την πρώτη μέρα δήλωσε τον θάνατο της μητέρας της, κατέβαλε επί 69 μήνες τη σύνταξή της, ενώ αυτή αμέριμνα την εισέπραττε, χωρίς να σκέφτεται ότι αυτό είναι παράνομο.

Βεβαίως, κάνοντας τον δικηγόρο του διαβόλου, θα μπορούσε να πει κανείς ότι, ακριβώς με βάση τα προηγούμενα, η κ. Λοΐζου πληροί τα τυπικά κριτήρια που θέτουν τα κόμματα, προκειμένου να στείλουν για να μας εκπροσωπούν στις Βρυξέλλες διάφορους ακατάλληλους για να διοικήσουν ακόμα και περίπτερο (σ.σ. το να διοικείς ένα περίπτερο είναι μια σοβαρή και καθόλου εύκολη δουλειά).  

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι τόσο η πρώην υποψήφια ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ. Ας πούμε ότι κέρδισε τα 15 λεπτά δημοσιότητας που της αναλογούν και μπορεί να επιστρέψει σπίτι της, να εισπράττει τα δικαιώματα του μακαρίτη του πατέρα της και να γράφει ανοησίες στο facebook και στο twitter. Πάντα το πρόβλημα στις δημοκρατίες είναι με αυτούς που επιλέγουν τα πρόσωπα. Διότι, τυγχάνει να μην είμαι φίλος της αντίληψης ότι «με σταυρό είναι εκλογές, μην την/τον ψηφίσεις». Δουλειά των κομμάτων είναι να φιλτράρουν τις υποψηφιότητες στα ψηφοδέλτιά τους και να εκθέτουν στην κοινωνία λίστες σοβαρές και αντιπροσωπευτικές, όχι πάνελ από την εκπομπή της Αννίτας Πάνια. 

Αυτό ισχύει και για τη ΝΔ και για το ΚΙΝ.ΑΛ. και για όλα τα άλλα κόμματα. Αλλά, εδώ, μιλάμε για τον ΣΥΡΙΖΑ. Μιλάμε για το κυβερνών κόμμα που καμώνεται τη νέα Κεντροαριστερά της χώρας, βερμπαλίζει διαρκώς για τις «ακροδεξιές προβοκάτσιες» με αφορμή τη Συμφωνία των Πρεσπών και, τη δύσκολη ώρα, αφήνει την κ. Λοΐζου να βγάλει μόνη της τα κάστανα από τη φωτιά, αντί να αναλάβει τις ευθύνες του. Και πώς να τις αναλάβει, όταν λίγες ώρες πριν, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είχε σπεύσει να πει στον τηλεοπτικό αέρα ότι δεν πιστεύει ότι η κ. Λοϊζου έπαιρνε τη σύνταξη της επί 5,5 χρόνια νεκρής μάνας της και ότι η ΝΔ λειτουργεί ως «κρεατομηχανή» για ανθρώπους; Η ιστορία είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε απλώς να κατασκευάσει ένα ακόμα σύμβολο. Ότι είχε στο ευρωψηφοδέλτιο την «κόρη του Μάνου». Ασχέτως, βέβαια, αν η κόρη ήταν κακέπτυπο του πατέρα. 

Η πολιτική ευθύνη, σε αντίθεση με ό,τι μπορεί να πιστεύουν ορισμένοι ευθυνόφοβοι που κρύβονται συνήθως πίσω από τον όρο, είναι πολύ συγκεκριμένη. Εν προκειμένω, πολιτική ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν να «κόψει» την ευρωβουλευτή του, από τη στιγμή που δεν σκέφτηκε να μην την επιλέξει καν. Δεν το έκανε και την χρεώνεται απολύτως.