Πριν από λίγο καιρό, δεν είχε μπει ακόμα το καλοκαίρι, θαύμαζα τον αρμόδιο τομεάρχη της ΝΔ για τις συντάξεις, τον κ. Νίκο Βρούτση, καθώς προσπαθούσε να απαντήσει στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων για τις περικοπές. Δηλαδή θα εφαρμόσετε τον νόμο Κατρούγκαλου, του έλεγαν. Κι αυτός, εμφανώς σε δύσκολη θέση, αναγκαζόταν να πει ότι νόμος έχει ήδη ψηφιστεί, ότι η χώρα έχει αναλάβει υποχρεώσεις, ότι η κυβέρνηση της ΝΔ δεν θα προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες, ότι θα βελτιωθεί το εισόδημα των συνταξιούχων με την αύξηση του αφορολόγητου. Για τον νόμο όμως τίποτα .

Αντιστάθηκε μέχρι τέλους, απέφυγε να δώσει μια ψεύτικη υπόσχεση, δεν κατέφυγε καν στις γνωστές γενικότητες που κλείνουν το μάτι στους ψηφοφόρους  χωρίς να λένε τίποτα. Γι αυτό τον θαύμασα. Που να ήξερε ότι λίγες εβδομάδες αργότερα θα τον άδειαζε το ίδιο του το κόμμα, φέρνοντας τροπολογία στη Βουλή, μα φυσικά για την κατάργηση της σχετικής ρύθμισης του νόμου. Όχι για την αναστολή της, δεν μιλάμε για ημίμετρα  αλλά στην ουσία για την κατάργηση της! Οι μειώσεις, λέει η σχετική τροπολογία, θα συμψηφίζονται με τις μελλοντικές αυξήσεις (!) στις συντάξεις. Η εξομοίωση δηλαδή με τις νέες συντάξεις θα πάρει δεκαετία και βάλε.

Υπάρχει προφανώς ένα ζήτημα συνέπειας και αξιοπιστίας. Ο κ. Μητσοτάκης σύρθηκε σε αυτή την πρωτοβουλία για να προλάβει τον κ. Τσίπρα ο οποίος φαίνεται πώς είτε έχει εξασφαλίσει την συναίνεση των πιστωτών είτε έχει αποφασίσει να αναστείλει μονομερώς την περικοπή των συντάξεων. Έτσι όταν ο αρχηγός της ΝΔ μας λέει ότι δεν πρέπει να υποτιμούμε την νοημοσύνη των Ελλήνων και να θεωρούμε την ΔΕΘ, «μετά από δέκα χρόνια κρίσης μια ευκαιρία για να πάμε να εξαγγείλουμε πάλι παροχές και επιδόματα», θα καταλαβαίνουμε ότι δεν το εννοεί κι όλας.

Πολλοί θα τα θεωρήσουν όλα αυτά λεπτομέρειες. Όλα δικαιολογούνται προκειμένου να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ. Όμως η υπόθεση έχει και ουρά. Γιατί βέβαια αν ο ΣΥΡΙΖΑ πάρει την αναστολή της περικοπής για ένα χρόνο, τότε το ζήτημα θα επανέλθει ως πρόβλημα για την επόμενη κυβέρνηση. Για τους πιστωτές και όχι μόνο, η εφαρμογή του νόμου και στις παλαιές συντάξεις είναι μια από τις προϋποθέσεις για την βιωσιμότητα τόσο του ασφαλιστικού συστήματος όσο και του χρέους. Τι θα κάνει λοιπόν ο κ. Μητσοτάκης αν είναι πρωθυπουργός και ο ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρει την τροπολογία της ΝΔ; Θα πρέπει πιθανότατα να διαλέξει:  είτε να συγκρουστεί με τους πιστωτές, και ότι αυτό θα σημαίνει για την πρόσβαση της χώρας στις αγορές, είτε να υποστεί ένα καίριο πλήγμα και να περικόψει τις συντάξεις καταψηφίζοντας την (δική του) τροπολογία. Ο λαϊκισμός επιστρέφει πάντα στον τόπο του εγκλήματος.

Κι αυτό είναι η μία παγίδα που θα κληροδοτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ στην επόμενη κυβέρνηση. Η άλλη είναι βέβαια το μακεδονικό το οποίο επίσης ενδέχεται να έρθει στην επόμενη Βουλή. Αν τα Σκόπια έχουν εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις τους και η Αθήνα υπαναχωρήσει, θα είναι κι αυτό ένα μεγάλο αγκάθι που θα δοκιμάσει τις σχέσεις της με τους συμμάχους. Τις ενδεχόμενες γεωπολιτικές εμπλοκές, σε μια περίοδο που μπαίνουν ανοικτά ζητήματα αλλαγής συνόρων στα Βαλκάνια, ούτε να τις σκεφτόμαστε.

Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την δυναμική που θα αναπτύξουν τα δύο αυτά προβλήματα μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον το οποίο χαρακτηρίζεται από οικονομική και πολιτική αβεβαιότητα. Μπορεί ο κ. Μητσοτάκης να έχει την δύναμη και την ικανότητα να τα ξεπεράσει ανώδυνα. Μπορεί ωστόσο να ανακαλύψει ότι η θητεία του θα είναι υπονομευμένη με το καλημέρα.