Το ιδρυτικό συνέδριο του «Κινήματος Αλλαγής» σίγουρα δεν ήταν το πολιτικό γεγονός της χρονιάς. Επικοινωνιακά κινήθηκε σε ρηχά νερά. Δεν μπόρεσε να δώσει ένα καθαρό πολιτικό στίγμα, εκτός και αν πιστεύει κάποιος ότι είναι επαρκές επιχείρημα το «ανοίξαμε και σας περιμένουμε στο καινούργιο μας σπίτι». Προσωπικά περισσότερο σε βεγγέρα μου πάει.

Αλλά και οργανωτικά το μήνυμα που εξέπεμψε κάθε άλλο παρά συμβαδίζει με την επιθυμία των στελεχών του να δώσουν την εικόνα ενός ανανεωμένου, δημοκρατικού και ανοικτού κόμματος. Με διορισμένους συνέδρους και διορισμένα πολιτικά όργανα το μόνο που συμπεραίνει ο πολίτης είναι ότι δεν τα έβρισκαν οι μηχανισμοί.

Φυσικά μια τέτοια περιγραφή αδικεί το εγχείρημα. Όπως σωστά επισήμανε η Φώφη Γεννηματά, έχει σημασία να αναλογιστεί κανείς πώς ήταν τα πράγματα ένα μόλις χρόνο πριν. Από την Βαβέλ των κομμάτων και των κινήσεων, υπάρχει σήμερα ένας ενιαίος φορές που έχει στεγάσει το σύνολο σχεδόν του μεσαίου χώρου. Δεν είναι λίγο.

Πολιτικά εξ άλλου ο χώρος έχει μετακινηθεί από κάποιες απόλυτες διατυπώσεις που απέκλειαν συνεργασία με την ΝΔ μετεκλογικά. Έτσι σήμερα όλοι συμφωνούν ότι μετά τις εκλογές θα επιδιωχθεί «προγραμματική συμφωνία» για να σχηματιστεί κυβέρνηση. Ότι καταλαβαίνει ο καθένας αλλά πάντως είναι ένα βήμα.

Αρκούν αυτά; Ούτε γι’ αστείο. Πρόκειται για εσωτερικές διεργασίες, απαραίτητες για να προχωρήσει το εγχείρημα, λίγο όμως ενδιαφέρουν τους πολίτες. Ακόμα χειρότερα, όποιος παρακολούθησε τις ομιλίες των πρωτοκλασάτων  στελεχών θα διαπίστωσε ότι όλες εξαντλήθηκαν σε γενικολογίες και ενδιαφέρουσες πλην εκτός θέματος προτάσεις που είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα κληθεί ποτέ το Κίνημα να τις εφαρμόσει. Έμοιαζε σαν κανένας να μην είχε πολιτικό σχέδιο να προτείνει ή αν είχε, να μην τολμούσε να το διατυπώσει. Χορτάσαμε σε υπαινιγμούς, πέραν αυτών ουδέν.

Μοναδική σχεδόν εξαίρεση ο Βαγγέλης Βενιζέλος ο οποίος μίλησε για την ανάγκη μιας νέας πλειοψηφία που θα αναλάβει την μάχη της «εθνικής επιβίωσης». Ουσιαστικά μίλησε για ένα μέτωπο των δυνάμεων που θα μπορέσουν ναυπερασπιστούν τους θεσμούς και την Δημοκρατία και θα κάνουν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για να μπορεί να σταθεί η οικονομία στο διεθνές περιβάλλον. Πολλά σημεία της ομιλίας του είχαν ενδιαφέρον, θα επισημάνω ένα, ότι δεν αρκεί μια «οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία» που θα δώσει αυτοδύναμη κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας. Και βάζοντας τα δάχτυλα επί τον τύπο των ήλων επισήμανε την ανάγκη αυξημένης πλειοψηφίας για την  αλλαγή του εκλογικού νόμου αλλά και για την εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας το 2020. Πιο καθαρά δεν θα μπορούσε να τα πει. Απαντώντας δε σε εν δυνάμει επικριτές εξήγησε ότι η «πολιτική αυτονομία» που τόσο τους αγχώνει, κατακτάται όταν υπάρχει πολιτικό σχέδιο για την χώρα, όχι με την πολιτική των «ίσων αποστάσεων».

Δεν συμφωνούν όλοι με αυτές τις απόψεις στο «ΚΙΝ.ΑΛ». Δεν είναι καν βέβαιο αν συμφωνεί η πλειοψηφία. Όμως αυτή είναι μια συζήτηση που κάποτε πρέπει να γίνει. Γιατί στην πραγματικότητα σχετίζεται με το αν ο νέος φορέας θα είναι μια πολυσυλλεκτική παραλλαγή του παλαιού ΠΑΣΟΚ ή αν θα έχει καθαρό φιλελεύθερο και μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα. Η πρώτη εκδοχή οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στην αγκαλιά του ΣΥΡΙΖΑ. Όσο για την δεύτερη προϋποθέτει την κινητοποίηση στελεχών που σήμερα σιωπούν. Ένας Βενιζέλος δεν αρκεί.