Το ταξίδι του Γιώργου Κατρούγκαλου στην Αττάλεια ήταν αποφασισμένο εδώ και κάποιες εβδομάδες και είχε μια διπλή στόχευση: αφενός, να βοηθήσει στην αποκλιμάκωση της λεκτικής ή μη έντασης μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. Αφετέρου, να ανιχνεύσει τις προθέσεις της Άγκυρας, αναφορικά με την επανέναρξη του διαλόγου για το Κυπριακό. Η προηγούμενη διαπραγμάτευση, αυτή του 2017 στο Κραν Μοντανά, είχε λήξει άδοξα όταν η Τουρκία αρνήθηκε να βάλει τέλος στο καθεστώς των εγγυήσεων, βάσει του οποίου οι τρείς χώρες, Μεγάλη Βρετανία, Τουρκία και Ελλάδα παραμένουν εγγυήτριες δυνάμεις, με εκτελεστικές εξουσίες στην Κύπρο. Η κινητικότητα στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, με τις έρευνες στα οικόπεδα στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κύπρου, αλλά και η συμμαχία Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ με τις ευλογίες των ΗΠΑ, αποδεικνύουν πως το ενεργειακό παιχνίδι έχει ανοίξει για τα καλά κι αυτό κατά μια σχολή σκέψης μπορεί να προκαλέσει ένα “spillover effect”, μια θετική επίδραση για την επίλυση του Κυπριακού.

Τίποτε βέβαια δεν πήγε όπως τα περίμενε η ελληνική πλευρά, κυρίως γιατί η επίσκεψη Κατρούγκαλου έγινε 10 ακριβώς μέρες πριν τις αυτοδιοικητικές εκλογές στην Τουρκία. Ο Μελβούτ Τσαβούσογλου κάλεσε τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών στην έδρα της εκλογικής του περιφέρειας και έκανε άλλη μια επίδειξη δύναμης απευθυνόμενος κυρίως στο εσωτερικό του ακροατήριο. Η επιμονή του στο να αποκαλεί τη μειονότητα της Θράκης “τουρκική”, οι ερωτήσεις που δέχτηκε για τους οκτώ αξιωματικούς αλλά και η απάντησή του για το καθεστώς των εγγυήσεων στην Κύπρο, δείχνει αφενός ότι μερικές μέρες πριν τις εκλογές, η συγκυρία δεν προσφέρεται να ανοίγεις θέματα εξωτερικής πολιτικής, αφετέρου ότι η Τουρκία παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στο πεδίο των ενεργειακών στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και υπενθυμίζει με κάθε τρόπο ποιος είναι ισχυρός παίκτης της γειτονιάς.