Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσε το Πανελλήνιο τις προηγούμενες ημέρες την υπό διαμόρφωση προσπάθεια που θα άλλαζε τα δεδομένα στον χώρο της Κεντροαριστεράς: η «Γέφυρα». Άνθρωποι που, προς Θεού, δεν είναι ακριβώς ΣΥΡΙΖΑ, έρχονται να καταθέσουν μια πλατφόρμα υπέρ της συνεργασίας των «προοδευτικών δυνάμεων», προφανώς με βασικό κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ήρθε, λοιπόν, αυτή η μέρα που θα δινόταν στη δημοσιότητα η πολυδιαφημισμένη διακήρυξη αυτής της πρωτοβουλίας. Θα δίνονταν, επίσης, στη δημοσιότητα τα ονόματα και των ανθρώπων που στηρίζουν αυτή την πρωτοβουλία. Κάπως έτσι, με αυτή την πρωτοβουλία ως κινητήριο μοχλό τεκτονικών αλλαγών, θα άλλαζαν τα δεδομένα στη χώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ θα αναβαπτιζόταν περίπου ως εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ χωρίς τα βαρίδια τύπου Τσουκάτου και η ΝΔ θα έπαιρνε τον κατήφορο. 

Και όπως έκανα αυτές τις προωθημένες σκέψεις, μου ήρθαν στο νου οι στίχοι του δημώδους: «Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες/ γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι/ Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν». 

Γιατί, με συγχωρείτε: τι γέφυρα προς την Κεντροαριστερά είναι αυτή που στηρίζεται στον Νίκο Μπίστη, σε ορισμένους καθηγητές, σε ορισμένους δημοσιογράφους και γενικά σε ορισμένους με μηδενικό αποτύπωμα στην κοινωνία; Πώς γίνονται πολιτικές πρωτοβουλίες και γεφυροποιητικές προσπάθειες από ενδεχομένως αξιόλογους ανθρώπους, με μηδενική, όμως, πολιτική επιρροή; Και πώς γίνεται όλο αυτό το εγχείρημα, το οποίο κανείς δεν πήρε χαμπάρι, να παρουσιάζεται από συγκεκριμένους σημαντική αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό;

Τα έχουμε ξαναπεί: η Συμφωνία των Πρεσπών έχει λειτουργήσει ως καταλύτης στο πολιτικό σύστημα. Αρκετά στελέχη θα μετατοπιστούν στον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί εκεί βλέπουν ζωτικό χώρο ύπαρξης, από τη στιγμή που το Κίνημα Αλλαγής συρρικνώνεται. Κανείς, όμως, δεν κάθεται να σκεφτεί σοβαρά, ποιος στην κοινωνία ασχολείται με αυτές τις μουσικές καρέκλες. Πρόσωπα που απασχολούν τον δημόσιο βίο ως «πρώην» ή «ιστορικά στελέχη» ή «επιφανείς προσωπικότητες πάσης φύσεως» αποφασίζουν να συμπλεύσουν με τον ΣΥΡΙΖΑ. Και τι αλλάζει;

Κανένα κύμα υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ δεν δημιουργείται στην κοινωνία επειδή 10 καθηγητές πανεπιστημίου συμπλέουν μαζί του. Ούτε κάποια νέα κεντροαριστερή παράταξη σχηματοποιείται. Ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα, όπως και σε όλη την Ευρώπη, διέρχεται υπαρξιακή κρίση, γιατί οι λαϊκιστές έχουν πιο «πιασάρικες» απαντήσεις σε σοβαρά κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν ιδίως τα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Η έννοια της «παράταξης», όμως, είναι ευρύτερη: προϋποθέτει ένα ευρύ κοινωνικό μέτωπο και μια συμφωνία επί μιας προγραμματικής βάσης. Εδώ έχουμε απλά μια εκλογική προσκόλληση ορισμένων ανθρώπων που αισθάνονται πολιτικά ανέστιοι. Θεμιτό, αλλά μέχρι ένα σημείο. 

Κάπου εδώ, λοιπόν, κολλάει το «γιοφύρι της Άρτας». Η προσπάθεια «διαμόρφωσης ενός προοδευτικού μετώπου με όχημα τον ΣΥΡΙΖΑ» χτίζεται ολημερίς μέσα από παρεμβάσεις στα ΜΜΕ, από αρθρογραφία και περισπούδαστα ρητορικά σχήματα και γκρεμίζεται παταγωδώς όταν έρχεται η ώρα της δοκιμής στο πεδίο. Χώρια, δε, που πέρα από όλα τα άλλα, έχεις εναλλάξ τον κ. Πολάκη, την κ. Μεγαλοοικονόμου, αλλά και άλλους μπαλαντέρ, να χαλάνε σε ημερήσια βάση «τη σούπα».

Μπορεί κανείς να παίζει με τις λέξεις όσο θέλει. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να κατέβει στις εκλογές και ως «ΣΥΡΙΖΑ plus» ή ως «ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτικές Δυνάμεις», όπως κυκλοφορεί. Επί της ουσίας, δεν αλλάζει τίποτε. Το έχει πει, άλλωστε, και η Θάτσερ: «Το να είσαι ισχυρός, είναι σαν είσαι μια κυρία. Εάν πρέπει να πεις στους άλλους ότι είσαι, τότε δεν είσαι». Ισχύει και για το το «προοδευτικό μέτωπο».