Η Τουρκική επιθετικότητα εκφράζεται με κάθε τρόπο τα τελευταία τρία τουλάχιστον χρόνια. Αυτή επιδεινώθηκε μετά την εσωτερική πολιτική αστάθεια που προκάλεσε στον Τούρκο Πρόεδρο η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος το καλοκαίρι του 2016. Η εξαγωγή των εσωτερικών προβλημάτων στο διπλωματικό πεδίο, είναι μια παλιά και δοκιμασμένη συνταγή. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς. Και πόσο σωστά διαβάζουμε τη διεθνή συγκυρία.

Η Τουρκία μπορεί να μιλά για τη «γαλάζια πατρίδα» και το Αιγαίο αλλά το βλέμμα της στρέφεται κυρίως στα όσα συμβαίνουν στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Εκεί όπου η Κύπρος συνεχίζει εδώ και χρόνια το πρόγραμμα ερευνών στις θαλάσσιες ζώνες της, με τη συμμετοχή ενεργειακών κολοσσών και τις ΗΠΑ να έχουν ήδη στείλει αυστηρά μηνύματα στην Άγκυρα, σε σχέση με τις αντιδράσεις της στις Κυπριακές έρευνες.

Η Τουρκία εξάγει νευρικότητα διότι βλέπει την Ελλάδα, σε αγαστή συνεργασία με την Κύπρο να τριγωνοποιεί μια ενεργειακή συνεργασία με το Ισραήλ με την υπογραφή του EastMed, αλλά και να διευρύνει την διαπραγμάτευση με τη συμμετοχή της Αιγύπτου σε συνομιλίες. Κι όλα αυτά,  με τις ευλογίες των ΗΠΑ που συμμετέχουν σε επίπεδο πρεσβευτικό στις συνομιλίες. Η Άγκυρα, ο δυνατότερος παίχτης της περιοχής, αναγνωρίζει τον κίνδυνο να μείνει εκτός ενεργειακών εξελίξεων. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί πιθανότατα να θέλει να δημιουργήσει εστίες έντασης, στο Αιγαίο, στο Καστελόριζο κι αλλού.

Είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς, για ποιο λόγο ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ προέβη σε τόσο αιχμηρή δήλωση - για την ελληνική απάντηση στην πιθανότητα κατάληψης ελληνικής βραχονησίδας από Τούρκους στρατιώτες. Είναι πιθανό να γνωρίζει κάτι ο ίδιος και να ήθελε να στείλει ένα μήνυμα στην απέναντι πλευρά. Για τον υπουργό Άμυνας, τα πράγματα είναι πιο απλά - οι τσαμπουκάδες είναι βούτυρο στο ψωμί του, ανέξοδοι αλλά ωφέλιμοι πολιτικά. Η εξωτερική πολιτική όμως είναι ευθύνη του υπουργείου Εξωτερικών και ο τόνος δίνεται από εκεί. Ο Πρωθυπουργός είναι ψύχραιμος στα ελληνοτουρκικά, δεν ανεβάζει εύκολα την ένταση, όπως συνηθίζει στα εσωτερικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις πάντα αναρωτιέσαι το εάν η ισορροπία διασφαλίζεται από τα υφιστάμενα κανάλια επικοινωνίας ή εάν η αποφυγή της κλιμάκωσης οφείλεται στην καλή μας τύχη. Σε κάθε περίπτωση, μετά από οκτώ χρόνια οικονομικής κατάρρευσης, με τη χώρα εγκλωβισμένη σε κλίμα ύφεσης κι αποεπένδυσης, το τελευταίο που χρειαζόμαστε, είναι ένα επεισόδιο με την Τουρκία.