Δεν ξέρω αν το προσέξατε αλλά χθες η Αθήνα δεν είχε ταξί μέχρι το απόγευμα. Οι οδηγοί είχαν πάει στα δικαστήρια για να συμπαρασταθούν στον Θύμιο Λυμπερόπουλο, στην προσωπική του αντιδικία με τον ιδρυτή της Beat, Νίκο Δρανδάκη. Η Beat - πρώην taxibeat -  μια από τις πιο πετυχημένες ελληνικές startup που κατάφερε να πωληθεί στον κολοσό Daimler και να εξαπλωθεί σε δυο ηπείρους κι αρκετές χώρες, μηνύει τον κ. Λυμπερόπουλο για συκοφαντική δυσφήμηση, καθώς ο αρχι-συνδικαλιστής των οδηγών ταξί την είχε κατηγορήσει για φοροαποφυγή, λειτουργία χωρίς σαφή νομική υπόσταση στην Ελλάδα, παράνομη λειτουργία χωρίς να τηρούνται οι κανόνες της αγοράς ταξί και διατήρηση offshore  όπου καταλήγουν τα έσοδα.

Στη χθεσινή εκδίκαση ο κ. Λυμπερόπουλος είχε δίπλα του τον υπουργό Μεταφορών, Χρήστο Σπίρτζη, που έφτασε στα δικαστήρια εν μέσω επευφημιών και χειροκροτημάτων. Στο πλευρό του, ήταν επίσης ο Τρύφων Αλεξιάδης και ο Θανάσης Παπαχριστόπουλος. Μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, ο υπουργός υποδομών πήρε σαφή θέση υπέρ του γνωστού συνδικαλιστή, καταθέτοντας πως η εταιρεία παραβίαζε το νόμο λαμβάνοντας ποσοστά επί του κομίστρου, το οποίο καθορίζεται από υπουργικές αποφάσεις, αλλά και ότι έβγαζε χρήματα στο εξωτερικό, χρησιμοποιώντας Ολλανδική τράπεζα για την εκκαθάριση πληρωμών από πιστωτικές κάρτες, κατηγορίες για τις οποίες η εταιρεία έχει δώσει εξηγήσεις.

Η Beat προχώρησε στη νομική κίνηση, καθώς θεωρεί πως ο κ. Λυμπερόπουλος έχει προχωρήσει σε προσβλητικούς χαρακτηρισμούς και αναληθείς ειδήσεις, «που αμαύρωσαν τη φήμη της, θέτοντας σε κίνδυνο την εμπορική πίστη, την επαγγελματική υπόσταση και το εμπορικό μας μέλλον, εν γνώσει του Θύμιου Λυμπερόπουλου ότι τα από μέρους του διαδοθέντα είναι πλήρως αναληθή». 

Δεν ξέρω αν θυμάστε το πώς ήταν η υπηρεσία των ταξί στην Αθήνα πριν τη taxibeat. Και το πώς η λειτουργία της, άλλαξε για πάντα – προς το καλύτερο προφανώς – τον κλάδο. Που έφερε την αξιολόγηση, τον υγιή ανταγωνισμό, την ασφάλεια, την καθαριότητα, την εξυπηρέτηση του πελάτη στο κέντρο της υπηρεσίας. Έννοιες άγνωστες μέχρι πριν μερικά χρόνια. Αφήνω κατά μέρος το θετικό αποτύπωμα που άφησε η ιστορία του taxibeat στο συνολικό οικοσύστημα των νεοφυών επιχειρήσεων με το παράδειγμά του, ώστε νέοι άνθρωποι να συνεχίσουν στο δρόμο των τεχνολογικών καινοτομιών. Εμμένω στο κομμάτι της ριζικής αλλαγής του τρόπου λειτουργίας μιας αγοράς, την εξέλιξή της και τη μεταφορά της στην ψηφιακή εποχή.  

Είναι προφανές ότι εδώ υπάρχουν δυο κόσμοι. Ο ένας είναι αυτός που θέλει την Ελλάδα οπισθοδρομική, με οδηγούς κατσαπλιάδες που κοροϊδεύουν ντόπιους και τουρίστες, με καρτέλ στα αεροδρόμια και στα λιμάνια και υπηρεσίες τριτοκοσμικές. Ο άλλος, είναι ο κόσμος που βλέπει την Ελλάδα ως μια χώρα όπου η τεχνολογία μπορεί να θεραπεύσει πολλές από τις στρεβλώσεις μιας αγοράς. Να επιτρέψει στους νέους, φιλόδοξους κι εργατικούς, να μπουν σε ένα κλάδο, να δουλέψουν, να αξιολογηθούν, να βγάλουν χρήματα και να μεγαλώσουν. Η επιλογή – ακόμη και το 2018 – δεν είναι για όλους προφανής. Ειδικά για τους κυβερνώντες που εισέπραξαν θερμά χειροκροτήματα.