Ο κ. Πολάκης έχει κάθε δικαίωμα να μιλά για «βοθροκάναλα». Κάθε δικαίωμα να μιλά για μηχανισμό παραγωγής «fake news» έχει και ο κ. Παππάς. Κι αν έμπαινε ένα τέτοιο ερώτημα, όλοι μας θα έπρεπε να υπερασπιστούμε αυτό το δικαίωμα τους. Κι ας διαφωνούμε κι ας μας εξοργίζουν οι απόψεις τους, το ύφος τους και η ρητορική του μίσους που υιοθετούν. Φυσικά είναι άλλο πράγμα οι δηλώσεις του κ. Καμμένου όταν προέτρεπε σε λιντσάρισμα ή όταν σημείωνε ότι δεν έχει ανατιναχθεί τηλεοπτικός σταθμός προς τον Πειραιά. Εδώ δεν επιτρέπεται ανοχή. Όπως άλλο πράγμα είναι το αν θα θεωρήσουμε ειλικρινή την συμπαράστασή ορισμένων κυβερνητικών στους δημοσιογράφους όταν δέχονται τρομοκρατικές επιθέσεις, όπως χθες ο Σκάι. Μέσα μας, πολλοί, αισθανόμαστε ότι υποκρίνονται. Αν δεν χαίρονται, που δεν το πιστεύω, δεν θέλω να το πιστεύω, ασφαλώς στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους θα σκέφτονται ότι ο σταθμός πήγαινε γυρεύοντας. Φυσικά το ότι οι ίδιοι τον στοχοποίησαν θα το θεωρούν ασήμαντη λεπτομέρεια. Είναι;

Τα τελευταία χρόνια το κλίμα στις πολιτικές αντιπαραθέσεις έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα οξύτητας. Οι χαρακτηρισμοί έχουν πάψει από καιρό να μας εντυπωσιάζουν. Εκφράσεις όπως γερμανοτσολιάδες, πουλημένοι, προδότες, φασίστες, εθνομηδενιστές, αποτελούν πλέον μέρος του δημόσιου λόγου απολαμβάνοντας, αν όχι την αποδοχή σίγουρα την ανοχή, μεγάλου τμήματος της κοινής γνώμης. Όταν ένας μαθητής στην παρέλαση μούντζωσε τους εκπροσώπους της Δημοκρατίας, αντί να πάρει αποβολή αντιμετωπίστηκε περίπου ως ήρωας από τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης. Για τέτοια ανοχή μιλάμε. Μαζί φυσικά υπάρχει και η ανοχή σε επίπεδα βίας που θεωρούνται αδιανόητα σε άλλα δημοκρατικά κράτη. Όταν διαμαρτύρονται τα κίτρινα γιλέκα έχουμε εκατοντάδες συλλήψεις και κατηγορηματικές δηλώσεις ότι δεν θα επιτραπούν τέτοιες παρεκτροπές. Στην Ελλάδα οι συλλήψεις είναι η εξαίρεση ενώ η υπουργός επιχαίρει όταν η βία δεν περνά στην άλλη πλευρά της Πατησίων. Και μιλάμε για σχεδόν καθημερινή βία, οι συγκρούσεις με τα ΜΑΤ έχουν πάψει προ πολλού να αποτελούν είδηση. Φυσικά και πάλι ακόμα και κόμματα του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου θεωρούν αυτά τα φαινόμενα ως μέρος του δημοκρατικού δικαιώματος στην διαμαρτυρία. Έστω με ακρότητες που δικαιολογούνται από το «δικά μας παιδιά» είναι.

Εξηγούν όμως αυτά όλα αυτά την τρομοκρατία; Δύσκολο να το πεις. Όπως βέβαια είναι δύσκολο να θεωρήσεις ότι δεν έχουν σχέση. Όταν χαρακτηρίζεις τον πολιτικό σου αντίπαλο, προδότη, διεφθαρμένο ή φασίστα, μπορεί να το θεωρείς λεκτική υπερβολή, ότι μιλάς μεταφορικά. Εύκολα όμως ο άλλος θα το πάρει στην κυριολεξία, δικαιώνοντας από εκεί και πέρα κάθε εκδήλωση βίας. Το πέρασμα βέβαια από τα λόγια στην πράξη είναι ένα ακόμα βήμα, ένα κρίσιμο βήμα, που προϋποθέτει ιδιαίτερες διεργασίες. Πολλοί υιοθετούν βίαιο λόγο, λίγοι τον κάνουν πράξη. Τι είναι αυτό που κάνει νέους, πολύ συχνά από εύπορες οικογένειες, να κόβουν στην πραγματικότητα τους δεσμούς τους με την κοινωνία και να μπαίνουν σε τρομοκρατικές οργανώσεις;

Έχουν γίνει πολλές έρευνες για την τρομοκρατία κι όλοι συμφωνούν ότι τα αίτια είναι σύνθετα, δεν υπάρχει μια γενική συνταγή. Οι περισσότεροι αναγνωρίζουν ωστόσο ότι κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες, κανονικά άτομα, μπορεί να γίνουν τρομοκράτες χωρίς καθόλου να έχουν την αίσθηση ότι κάνουν κάτι που παραβιάζει την ηθική τους. Οι παράμετρες που λειτουργούν είναι η δυναμική του πλήθους, η ταύτιση με μια ομάδα και η αποξένωση από τους υπόλοιπους. Η αποξένωση συντελείται καθημερινά από όλους όσους έχουν μάθει να απαξιώνουν με τόση ευκολία όλα όσα έχουν γίνει στην διάρκεια της μεταπολίτευσης, όχι μόνο τα  πρόσωπα αλλά και τους θεσμούς. Συντελείται όταν στην κάτω πλατεία φωνάζουν «η χούντα δεν τελείωσε το 73» ή όταν η πάνω πλατεία επισείει κρεμάλες. Συντελείται στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στη Βουλή, στα μέσα ενημέρωσης και πολύ περισσότερο στα κοινωνικά δίκτυα. Όσο για την ταύτιση με εξτρεμιστικές ομάδες, μια βόλτα στο άβατο των Εξαρχείων ή στα λογής πανεπιστημιακά άβατα δίνει αμέσως την απάντηση. Με αυτή την έννοια το διχαστικό κλίμα στο δημόσιο λόγο και η ανοχή στην ανομία έχουν άμεση σχέση με την τρομοκρατία. Μόνο που το πρόβλημα δεν είναι σημερινό. Ξεκίνησε πολύ πριν, είναι πολύ βαθύ και είναι πολλοί οι υπεύθυνοι. Απλώς σήμερα έχουμε ξεπεράσει κάθε όριο.