Το 2015 μπορεί να μοιάζει κάπως μακρινό, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε με ποιες ψήφους κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ τις εκλογές, ειδικά τις πρώτες. Δεν έγιναν αίφνης οι Έλληνες Αριστεροί, ούτε είδαν στον Τσίπρα την ευκαιρία να πάρει σάρκα και οστά η επανάσταση για την ανατροπή του καπιταλισμού.

Ο Αλέξης Τσίπρας, όπως και σχεδόν όλοι οι προηγούμενοι πρωθυπουργοί, κατάφερε να επικρατήσει στη μάχη του κεντρώου χώρου. Το έκανε, δε, την πρώτη φορά χωρίς να λειάνει τις γωνίες του, αλλά με έναν αντισυμβατικό και αντιμνημονιακό πολιτικό λόγο. Κέρδισε δεξιούς ψηφοφόρους που επί χρόνια στήριζαν τη ΝΔ και αποφάσισαν ότι έπρεπε να τιμωρήσουν την κυβέρνηση Σαμαρά για τον ΕΝΦΙΑ. Κέρδισε, κυρίως, επί χρόνια ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ που είδαν το κόμμα τους να μετασχηματίζεται, στην προσπάθεια να μην βυθιστεί η χώρα, και μετακινήθηκαν σε ό,τι θεώρησαν πιο συγγενές με τις αρχές της 3ηςτου Σεπτέμβρη. 

Αυτή ήταν η κρίσιμη μάζα. Άνθρωποι προερχόμενοι από τις τάξεις των παραδοσιακών κομμάτων, άνθρωποι που ανήκαν στη μεσαία τάξη. Μικρομεσαίοι ή λίγο πάνω από τον μέσο όρο που θεώρησαν ότι είτε έπρεπε να τιμωρήσουν με κάποιον τρόπο το παλιό πολιτικό σύστημα-το οποίο οι ίδιοι αναδείκνυαν-για όσα τους έκανε είτε ήλπιζαν ότι ο Τσίπρας «όλο και κάτι από αυτά που λέει θα καταφέρει». 

Έκτοτε πέρασαν σχεδόν τέσσερα χρόνια. Το ορμητικό ρεύμα του ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία που έβλεπε κανείς δια γυμνού οφθαλμού εκείνο το φθινόπωρο του 2014 έχει εκλείψει. Όχι, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καταρρεύσει και είναι πλέον πυλώνας του πολιτικού συστήματος, στον νέο δικομματισμό που διαμορφώνεται. Αλλά δεν έχει ρεύμα. Προσπαθεί να ανακόψει τη διαρροή ψηφοφόρων του και δυσκολεύεται να κερδίσει νέους, εκτός από μερικούς (ελάχιστους) απογοητευμένους από το μέτωπο του (νυν) Κινήματος Αλλαγής. 

Αυτό συμβαίνει για έναν βασικό λόγο: οι ελπίδες αυτών των ανθρώπων της μεσαίας τάξης διαψεύστηκαν. Ο πρωθυπουργός και Μνημόνιο εφάρμοσε και τον ΕΝΦΙΑ δεν κατήργησε, ούτε καν τον μείωσε σοβαρά, και επιβάρυνε κομμάτια της κοινωνίας που θεωρούνταν «προνομιούχα». Αντιμετώπισε τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, τη μεσαία τάξη, δηλαδή, ως ένα υποζύγιο που χρίζει αφαίμαξης, προκειμένου να μπορεί ο ίδιος να εφαρμόζει «κοινωνική ατζέντα». 

Μοιραία, λοιπόν, οι άνθρωποι που διαψεύστηκαν από τη διακυβέρνηση Τσίπρα, ψάχνουν να δουν τι θα κάνουν στις επόμενες εκλογές. Είναι, ίσως, περισσότερο απογοητευμένοι από όλους. Αισθάνθηκαν προδομένοι από τα μεγάλα κόμματα που ψήφιζαν επί χρόνια και βίωσαν την απόλυτη διάψευση από τον Αλέξη Τσίπρα που πίστεψαν, σε μεγάλο βαθμό. 

Τώρα, λοιπόν, πρέπει με κάποιον τρόπο αυτοί οι άνθρωποι να βρουν πεδίο έκφρασης. Αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αυτοί είναι που θα διαμορφώσουν όρους αυτοδυναμίας για τη ΝΔ την επομένη των εκλογών. Βεβαίως, δεν παίζει μόνος του, μιας και ο πρωθυπουργός επιχειρεί με τη σειρά του μια επιχείρηση γοητείας της κρίσιμης αυτής μάζας, εκ νέου. Έχει, όμως, ένα σημαντικό μειονέκτημα: είναι φθαρμένος και οι άνθρωποι αυτοί ξέρουν τι έχουν να περιμένουν από αυτόν. Στον αντίποδα, αν κάτι κατάφερε στη ΔΕΘ ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είναι να γίνεται συζήτηση στη δημόσια σφαίρα για το πρόγραμμα που περιέγραψε. Με άλλα λόγια, για όσα είπε, όχι για όσα παρέλειψε να πει. 

Το πρόγραμμα που περιέγραψε ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι ένα καλάθι παροχών. Είναι ένα σύστημα διακυβέρνησης της χώρας, εντελώς διαφορετικό από αυτό που ευαγγελίζεται η σημερινή κυβέρνηση. Διαλέγει κανείς και παίρνει. Στο τέλος, όμως, το διακύβευμα είναι σαφές: πώς θα δημιουργηθεί στη χώρα νέος πλούτος και δεν θα ανακυκλώνεται απλά η μιζέρια.

Αν ο κ. Μητσοτάκης καταφέρει και πείσει αυτή την κρίσιμη μάζα ότι είναι ο άνθρωπος που μπορεί να εγγυηθεί τη μετάβαση στην επόμενη μέρα και δεν μείνει στον καναπέ, θα γίνει ο επόμενος πρωθυπουργός. Και, βεβαίως, θα δοκιμαστεί στη βάση των δεσμεύσεών του.