Πριν από αρκετά χρόνια ένας πολιτικός αναλυτής έγραφε ότι δεν μπορεί να καταλάβει κανείς την Αμερικάνικη Δημοκρατία αν δεν αναλύσει το φαινόμενο της Αν Νικόλ Σμιθ. Ήθελε να επισημάνει πώς ένα γεγονός, το ίδιο γεγονός, μπορούσε να οδηγήσει σε διαμετρικά αντίθετες τοποθετήσεις ανάλογα με τον τρόπο που παρουσιάζεται αλλά και την δική μας ιδεολογική προδιάθεση που σε μεγάλο βαθμό καθορίζει και την πολιτική μας συμπεριφορά. Έτσι η Αν Νικόλ Σμιθ θα μπορούσε να είναι η γυναίκα αράχνη που παντρεύτηκε έναν υπέργηρο εκατομμυριούχο για να ξεκοκαλίσει την περιουσία του. Ή πάλι θα μπορούσε να είναι το κακόμοιρο κορίτσι της εργατικής τάξης που το εκμεταλλεύτηκε ένας γέρο μπαμπαλής πάνω στο άνθος της ηλικίας του. Η πρώτη είναι η συντηρητική εκδοχή, η δεύτερη η προοδευτική ή αν προτιμάτε η ταξική.

Θυμήθηκα αυτή την ιστορία από την χιουμοριστική δημοσίευση καλού διαδικτυακού φίλου για τις υποψηφιότητες Μπακογιάννη και Γερουλάνου στον Δήμο της Αθήνας. Οι οικογένειες Μπενάκη και Βενιζέλου έγραφε, εξ αγχιστείας η δεύτερη, αναμετρώνται μετά από ένα σχεδόν αιώνα στην τοπική αυτοδιοίκηση. Αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό οι δυο διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας. Η μία που βλέπει τους δύο υποψηφίους σαν τους συνεχιστές μιας ιστορικής παράδοσης για την οποία πρέπει να είναι υπερήφανοι. Μια παράδοση που μπορεί και να αποτελεί κίνητρο να φανούν αντάξιοι της. Και η άλλη που θεωρεί τις υποψηφιότητές τους σαν κλασικό φαινόμενο οικογενειοκρατίας. 

Θα έμενα εκεί αν δεν διάβαζα έναν λίβελο εναντίον του κ. Μπακογιάννη στην επίσημη αγαπημένη του ΣΥΡΙΖΑ, με μοναδικό, ναι μοναδικό, επιχείρημα, ότι ανήκει στην οικογένεια Μητσοτάκη. Ο Δήμος της Αθήνας, γράφει, γνωρίζει πολύ καλά «την συγκεκριμένη οικογενειακή παράδοση», όπως και το ότι «η οικογένεια Μητσοτάκη  προβάλει ως σήμα κατατεθέν την νοικοκυρεμένη διαχείριση και τον περιορισμό του κράτους». Το οποίο βέβαια, κατά τον αρθρογράφο, αποτελεί πρόσχημα για να επανέλθει «η παλιά καλή δημοτική πελατειακή δεξιά»! Ο υφέρπων φασισμός της αριστεράς που δεν διστάζει, χωρίς το παραμικρό πρόσχημα, να χρησιμοποιεί την έννοια της συλλογικής οικογενειακής ευθύνης! 

Το εξοργιστικό στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι και οι δύο υποψήφιοι έχουν και έργο και παρουσία στα δημόσια πράγματα με τα οποία μπορούν να κριθούν. Ο Μπακογιάννης ήταν Δήμαρχος στο Καρπενήσι και στη συνέχεια περιφερειάρχης. Δεν είμαι επαρκώς γνώστης του έργου του, ποτέ ωστόσο δεν κατηγορήθηκε για κομματισμό. Το αντίθετο θα έλεγα, έχει επανειλημμένα διαφοροποιηθεί ανοιχτά από την ηγεσία της ΝΔ. Κι ακόμα και πρόσφατα επιτέθηκε στον κομματισμό, «κομματίλα» ήταν η λέξη που χρησιμοποίησε, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Όσο για τον Γερουλάνο ήταν από τους πολύ καλούς υπουργούς πολιτισμού κι έχει κι αυτός διαφωνήσει με το κόμμα του, στοιχείο θετικό για την ανεξαρτησία των δημοτικών αρχών.

Προφανώς μπορεί κανείς να επιλέξει Δήμαρχο με πολιτικά κριτήρια, όπως και με βάση το ποιο κόμμα τον στηρίζει. Σιγά σιγά βέβαια το ξεπερνάμε. Είδαμε που οδηγεί το «οι αριστεροί μαζεύουν διαφορετικά τα σκουπίδια», όπως επίσης έχουμε δει πετυχημένους δήμαρχους από όλα τα κόμματα. Με βάση το ποιος ήταν ο παππούς του ωστόσο, μέχρι σήμερα, μόνο λαθρόβια έντυπα της ακροδεξιάς τολμούσαν να το υποστηρίξουν.

Προσωπικά θεωρώ ευτυχή σύμπτωση το ότι οι δύο συγκεκριμένοι είναι υποψήφιοι. Όχι για το όνομά τους, με αφήνει παγερά αδιάφορο. Αλλά για το ότι έχουν την τεχνοκρατική επάρκεια να πάνε τον Δήμο στο επόμενο επίπεδο. Η οχταετία Καμίνη αφήνει πίσω της πολλά θετικά. Το κοινωνικό της έργο, το μέτωπο κατά της μισαλλοδοξίας και φυσικά η αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος που κληροδότησαν οι προηγούμενοι Δήμαρχοι, είναι στα πιο σημαντικά. Η Αθήνα χρειαζόταν τον Καμίνη. Είχε ένα μεγάλο κενό ωστόσο: τα σκουπίδια. Δεν εννοώ μόνο την αποκομιδή όσο συνολικά την διαχείριση. Είναι το μεγαλύτερο πρακτικό αλλά και οικολογικό πρόβλημα της πόλης και 8 χρόνια δεν έγινε τίποτα για να αντιμετωπιστεί. Σε όλες τις πόλεις της Ευρώπης έχουν γίνει θαύματα με την ανακύκλωση και την μείωση του όγκου των απορριμμάτων. Στην Αθήνα βρισκόμαστε στην προϊστορική εποχή. Με τον ανεκδιήγητο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία και την ματαίωση ή την καθυστέρηση των ΧΥΤΥ, το πρόβλημα θα το βρούμε μπροστά μας με δραματικό τρόπο. Έτσι η δική μου ψήφος θα εξαρτηθεί από το ποιος υποψήφιος θα με πείσει ότι έχει τις σοβαρότερες προτάσεις στο θέμα αυτό, ποιος  είναι αποφασισμένος να το πολεμήσει χωρίς να φοβηθεί το πολιτικό κόστος. Όσο για τον αρθρογράφο μας μπορώ να κατανοήσω την απελπισία του: «έτσι κάπως φτάνουμε (ή καταντάμε), καταλήγει στο άρθρο του, να συζητάμε την κ. Κουντουρά ως υποψήφια της Αριστεράς». Με βάση την ιδεολογία που βγάζει το άρθρο του και πολύ αριστερή του πέφτει.