Ο «Βυσσινόκηπος», το κλασικό έργο του Τσέχοφ που ανεβαίνει αυτή την περίοδο στην Αθήνα, σε μια εξαιρετική απόδοση του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, είναι μια αλληγορία για τον εγκλωβισμό στο παρελθόν, την ώρα που το νέο γεννιέται. Στην απόδοση του Μαρκουλάκη, με ένα σκηνοθετικό εύρημα που δεν υπάρχει στο αυθεντικό κείμενο, η Λιούμπα, η κεντρική ηρωίδα που έχει χάσει πλέον για πάντα το αγαπημένο της πατρικό σπίτι με τον βυσσινόκηπο από τον έμπορο Λοπάχιν, λίγο πριν φύγει για πάντα και ενώ το τρένο για το Παρίσι σφυρίζει, κρατά ένα μαγικό ραβδί και το κουνάει νευρικά, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αναστρέψει σε όσα συνέβησαν και να επιστρέψει στην κατάσταση, όταν ζούσε στο σπίτι ευτυχισμένη και δεν είχε πνιγεί από τα χρέη. 

Η θλιβερή ιστορία του Τσέχοφ είναι μια θεατρική αναπαράσταση ενός διλήμματος που αντιμετωπίζουν όλες οι κοινωνίες, κάποια στιγμή: μια κατάσταση κλείνει τον ιστορικό της κύκλο και το νέο γεννιέται την ίδια ώρα. Η ρήξη με το παρελθόν είναι επώδυνη και σκληρή. Δύσκολα την επιλέγει κανείς εκών. Πρέπει, όμως, να γίνει, είναι συνθήκη αναγκαία για το επόμενο βήμα. 

Το 2018 ήταν ένα σημαντικό έτος για τη χώρα μας. Έγιναν πολλά. Σημαντικά, ιστορικά, επώδυνα. Αλλά ήταν μια χρονιά πυκνή σε γεγονότα. Το 2018, δε, η χώρα έκλεισε έναν σύντομο μεν, αλλά σκληρό κύκλο: τον κύκλο των Μνημονίων. Λένε ότι, όταν περνάς καλά, ο χρόνος φαίνεται ελάχιστος. Για να είμαστε ειλικρινείς, η μνημονιακή οκταετία φάνηκε σαν αιώνας. Μια κοινωνία κλήθηκε να ενηλικιωθεί απότομα, να αλλάξει άρδην τον τρόπο ζωής της, να προσαρμοστεί σε νέα δεδομένα. Όπως και η οικογένεια της Λιούμπα στο έργο, η χώρα χρεοκόπησε. 

Αυτό από μόνο του θα μπορούσε να λειτουργεί ως ορόσημο για την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των προτεραιοτήτων μας. Από την αρχή, όμως, το πήραμε λάθος. Δεν είδαμε την κρίση, τη δομική αυτή κρίση, ως ευκαιρία να αλλάξουμε συλλογικές μας παθογένειες. Αντίθετα, σαν τον σκαντζόχοιρο όταν αισθάνεται κίνδυνο, κλειστήκαμε στο κέλυφός μας και σκεφτόμασταν τρόπους να επιστρέψουμε στην προτεραία κατάσταση. Τότε που λεφτά υπήρχαν και κανείς δεν έδινε δεκάρα, αν όλη αυτή η ευμάρεια βασίζεται σε πήλινα πόδια. Επί σχεδόν οχτώ χρόνια, κουνούσαμε ένα μαγικό ραβδί, ελπίζοντας να ζούμε έναν εφιάλτη. 

Φυσικά, όπως και στο έργο, το μαγικό ραβδί δεν έκανε τίποτα. Το 2019 θα είναι έτος εκλογών. Πραγματικά είναι σημαντικές εκλογές, ίσως πολύ περισσότερο απ’ όσο καταλαβαίνουμε. Σε πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους, αλλά και στα γραφεία των ευρωκρατών που ασχολούνται ακόμα με την ελληνική περίπτωση, η ατάκα είναι κοινή: «πρέπει, μετά τις εκλογές, η χώρα να φύγει μπροστά». 

Η δημοσιονομική προσαρμογή έγινε. Οι κίνδυνοι, όμως, είναι ακόμα μπροστά για τη χώρα. Έχουμε αυτή τη στιγμή κάτι σαν τράπεζες. Η χώρα είναι εκτός αγορών. Η μεσαία τάξη, το πιο δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας τις τελευταίες δεκαετίες, υπερφορολογείται χωρίς αύριο. Με άλλα λόγια, αν συνεχίσουμε να ρίχνουμε ματιές στο παρελθόν, δεν θα δούμε αυτό που ελλοχεύει ακόμα μπροστά μας.

Άκουγα τις προάλλες στο ραδιόφωνο τον Κώστα Γιαννακίδη στον Bestπου έλεγε κάτι πολύ σημαντικό: «Πολλοί θέλουν να πάρουν πίσω τη χώρα που χάσαμε. Εγώ θέλω να χτίσουμε μια καινούργια». Ταυτίζομαι απόλυτα. Το παλιό γηράσκει και πεθαίνει, το καινούργιο πρέπει να αναδειχθεί. Και ας ξεφτιλίσαμε τις έννοιες του «παλιού» και του «νέου», και ας τις εργαλειοποίησαν κάποιοι κατά τρόπο υποκριτικό. Βεβαίως, δεν έχω ψευδαισθήσεις: δεν θα γίνει κανένα BigBangστη χώρα. Αλλά πρέπει να γίνει ένα πρώτο βήμα και οι εκλογές είναι μια καλή αφετηρία. 

Ο καθένας πορεύεται όπως θέλει και καταλαβαίνει, αλλά ένα πρέπει να είναι καθαρό: η διαρκής εξιδανίκευση και αναπόληση του παρελθόντος είναι συνταγή αποτυχίας για τη μετάβαση στο μέλλον. Η χώρα πλήρωσε ακριβά τα λάθη και τις παραλείψεις του πολιτικού συστήματος, αλλά και τις κούφιες υποσχέσεις όσων έταζαν επιστροφή σε χαμένους παραδείσους. Καλή χρονιά!