Με μια απόσταση πλέον από τη «Συμφωνία των Πρεσπών», των αντιδράσεων από την μείζονα αντιπολίτευση και την πρώτη συνάντηση μεταξύ ακροδεξιών ορκ και χημικών της αστυνομίας, μπορούμε να προχωρήσουμε σε μια πρώτη ψύχραιμη αποτίμηση.

Ο Αλέξης Τσίπρας κέρδισε. Όχι την κοινή γνώμη, που επηρεάζεται από τις τσιρίδες εκείνων που θεωρούν πως με τη συμφωνία, η πΓΔΜ προσάρτησε σχεδόν τη Θεσσαλονίκη.

Κέρδισε όμως οριστικά τους Αμερικανούς των οποίων η συγκεκριμένη εξέλιξη αποτελούσε βασική επιδίωξη στην περιοχή και που δια στόματος του πρέσβη Πάιατ θεωρούν πλέον την ελληνική κυβέρνηση «γεωπολιτικό μεντεσέ μεταξύ της Ευρώπης και της ευρύτερης γειτονιάς».

Κέρδισε από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ως τις ευρωομάδες ΟΛΩΝ των κομμάτων που στήριξαν με πάθος τη συμφωνία και την ελληνική κυβέρνηση που «άνοιξε τον δρόμο» της διεύρυνσης της Ένωσης στα Δυτικά Βαλκάνια.

Κέρδισε τον συλλογικό φορέα των Ελλήνων Βιομηχάνων (και ιδιαίτερα εκείνον της Βόρειας Ελλάδας), που δεν είχε να πει ότιδήποτε για όνομα, εθνικότητα, γλώσσα, σχολιάζοντας μόνο πως η κυβέρνηση θα πρέπει «να προστατεύσει τις εμπορικές ονομασίες κατά τις ειδικές διαπραγματεύσεις που θα ακολουθήσουν».

Κέρδισε συνολικά το δικαίωμα, να απαλλαγεί από την ταμπέλα των «λαϊκιστών» που της είχαν προσδώσει οι Ευρωπαίοι λόγω των (μακρινών) αριστερών της καταβολών και να την... φορέσει στη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ που αντέδρασαν σε μια συμφωνία που χωρίς αμφιβολία θα υπέγραφαν με χέρια και με πόδια αν βρίσκονταν οι ίδιοι στην κυβέρνηση.

Κέρδισε ως εκ τούτου το δικαίωμα, να θεωρείται από τους Ευρωπαίους -και όχι μόνο- εταίρους της, μια σοβαρή, φιλοευρωπαϊκή και φιλοΝΑΤΟϊκή δύναμη και αναμένεται να δρέψει το επόμενο διάστημα τους «καρπούς» αυτής της, της επιτυχίας.

Την ίδια ώρα ο Τζέφρι Πάιατ έκανε το «Αμερικανική Πρεσβεία – Πειραιώς», «Κολιάτσου – Παγκράτι» για να πείσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη, να... σοβαρευτεί.

Σχετικά με τη συμφωνία καθ' αυτή τώρα. Η ελληνική κυβέρνηση υποχρέωσε την άλλη πλευρά όχι μόνο να αλλάξει το Σύνταγμά και την ονομασία της, αλλά και η ίδια να κυρώσει τη συμφωνία μόνο όταν η διαδικασία ολοκληρωθεί στην πΓΔΜ. Μεταξύ της ισχύος των δυο χωρών δεν υπάρχει σύγκριση. Ούτε οικονομική, ούτε στρατιωτική.

Άλλωστε ακόμα και η Ελλάδα της κρίσης έχει επενδεδυμένο κεφάλαιο στη γειτονική χώρα (σύμφωνα με στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της πΓΔΜ) 477,3 εκατ. ευρώ ή αλλιώς το 10,8% επί του συνόλου. Στη χώρα δραστηριοποιούνται 200 επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων, με σημαντική την παρουσία μεγάλων ελληνικών κατασκευαστικών οι οποίες συχνά πυκνά αναλαμβάνουν έργα υποδομών, με διεθνείς διαγωνισμούς.

Η Ελλάδα βρίσκεται στην 3η θέση των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων στην πΓΔΜ, ενώ το 2016 ήταν ο 4ος σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, μετά από τη Γερμανία, τη Βρετανία και τη Σερβία.

Όσο για τη στρατιωτική ισχύ των δυο χωρών, η σύγκριση μοιάζει αστεία. Αρκεί κανείς να αναφέρει πως η μια χώρα έχει περισσότερα από 200 μαχητικά αεροσκάφη, ενώ η άλλη πρακτικά δεν έχει Πολεμική Αεροπορία. Μπορείτε να φανταστείτε ποια είναι η καθεμία.

Όλα αυτά όμως δεν γράφονται για να αποδείξουν ότι ο αλυτρωτισμός δεν ειναι επικίνδυνος. Κάθε άλλο. Μάλιστα δεν εξαρτάται καν από την στρατιωτική ισχύ. Άλλωστε ποια στρατιωτική ισχύ είχε το Κόσοβο, όταν για χάρη του οι ΝΑΤΟϊκοί βομβάρδιζαν τη Σερβία;

Το πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα γίνεται «ο γεωπολιτικός μεντεσές» των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ και αυτό αυξάνει τους κινδύνους από μόνο του. 

Με τα λόγια που χρησιμοποίησε ο υπουργός Εξωτερικών στην εκπομπή του Γιώργου Παπαδάκη: «Η Ελλάδα χρειάζεται φίλους στην περιοχή που θα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό οικονομικά από εμάς και δε θα δίνουν πάτημα σε ξένες δυνάμεις». Και με παραφρασμένα εκείνα του Γιάννη Ζουγανέλη στην αξεπέραστη ταινία του Σταύρου Τσιώλη, «Ας περιμένουν οι γυναίκες»: «Ο ορισμός του ιμπεριαλισμού, κυρία μου».