Η συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ ήταν από την πρώτη στιγμή της διαμόρφωσής της ένα τέλειο contradictio in terminis: μια εγγενής αντίφαση, επί το ελληνικότερον. Από εντελώς διαφορετικές πλευρές του πολιτικού φάσματος, συναντήθηκαν στο μέσον του αντιμνημονίου. 

Κι όμως, αυτή η εγγενώς αντιφατική κυβέρνηση αποδείχτηκε η πιο ανθεκτική κυβέρνηση στα χρόνια του Μνημονίου. Αναγκάστηκε, βέβαια, κάπου στην αρχή και με δυσβάσταχτο κόστος για όλους μας -ένα τρίτο Μνημόνιο- να ξεχάσει τις αντιμνημονιακές παρόλες, κατάφερε, όμως, να συνεχίσει τον πολιτικό της βίο αδιατάρακτα, έστω και με ορισμένες μικροεντάσεις. Και, όπως δείχνουν τα πράγματα, μπορεί να φτάσει πολύ κοντά στην εξάντληση της τετραετίας. 

Όλα αυτά είναι λίγο έως πολύ γνωστά. Τώρα, όμως, συμβαίνει το εξής καταπληκτικό: διάφοροι εντός του ΣΥΡΙΖΑ, με την αφορμή του Σκοπιανού, ανακαλύπτουν τι είναι ο Πάνος Καμμένος. Έχουν, δε, την ξαφνική επιφοίτηση ότι θα πρέπει η συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ να τελειώσει, μιας και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να συντάσσεται με τις πρακτικές του υπουργού Άμυνας. Αυτά τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος προσπαθούν να λειτουργήσουν ως αριστερό ανάχωμα, ως υπενθύμιση της αριστερής συνείδησης του ΣΥΡΙΖΑ. Too little too late,που λένε και οι Αγγλοσάξονες.  

Όλοι αυτοί οι παραπονούμενοι για τη συνεργασία με τον Πάνο Καμμένο που ήταν τα τρία τελευταία χρόνια; Σε άλλη χώρα; Ή μήπως πολλοί ήταν στο ίδιο υπουργικό συμβούλιο με τον υπουργό Άμυνας; Αν μη τι άλλο, ο κ. Καμμένος δεν άλλαξε όλα αυτά τα χρόνια. Με συνέπεια, αυτό που ήταν και το 2015 είναι και το 2018. Αυτό που άλλαξε είναι ότι έχει προκύψει η Συμφωνία των Πρεσπών. 

Την ίδια ώρα, δε, που οι υπερασπιστές της αριστερής συνείδησης της κυβέρνησης θυμούνται ότι ο Καμμένος δεν τους κάνει, καταπίνουν αμάσητο τον Παύλο Πολάκη και τις καφενειακές κουβέντες του. Δεν το λέω εγώ, μόνος του το είπε: στα καφενεία ο κόσμος συζητάει ότι θα πρέπει η κυβέρνηση να βάλει ορισμένους πολιτικούς της αντιπολίτευσης στη φυλακή. Ομολογώ, δεν το έχω ακούσει σε κάποιο καφενείο, αλλά ο κ. Πολάκης μάλλον θα ξέρει κάτι παραπάνω. Και, βεβαίως, όπως θα έκανε κάθε πολιτικός που πιάνει τον σφυγμό της κοινωνίας (λέμε τώρα), σπεύδει να αναπαράγει κουβέντες καφενείου. 

Όλα αυτά δεν προκαλούν καμία έκπληξη. Καμία απολύτως. Για κάθε φορά που η κυβέρνηση θα ισχυρίζεται ότι «σοσιαλδημοκρατικοποιείται», θα έρχονται η συνεργασία με τον Πάνο Καμμένο και οι πολάκειες ρήσεις να θυμίζουν την πραγματικότητα. Το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ δεν τον κάνει σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Ούτε ότι υπέγραψε και εφάρμοσε ένα Μνημόνιο, ούτε ότι το λένε υπουργοί της κυβέρνησης σε επαφές που κάνουν με επενδυτές στο εξωτερικό.

Με αυτή την εγγενή της αντίφαση, συνεπώς, η κυβέρνηση θα βαδίσει προς τις εκλογές. Το Μαξίμου θα ομνύει στην πολιτική σταθερότητα και θα «στέλνει μηνύματα» στους επενδυτές, οι οποίοι, όμως, δεν φαίνονται και πολύ πρόθυμοι να ρίξουν τα λεφτά τους στην Ελλάδα. Ο Πάνος Καμμένος θα διατυμπανίζει από τη μία ότι θα ρίξει την κυβέρνηση, αν χρειαστεί, για το Σκοπιανό και από την άλλη θα ορκίζεται στην κοινή πορεία με τον ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι ο Ζάεφ να κάνει κανένα αστείο και να βρει πλειοψηφία Συνταγματικής Αναθεώρησης στην πΓΔΜ. Και ο Πολάκης (και οι συν αυτώ) θα προαναγγέλλουν διώξεις, φυλακές και άλλα τινά για τους «διεφθαρμένους του παλιού συστήματος»

Το βασικό πρόβλημα, όμως, είναι ότι, ενώ όλα αυτά τα αντιμετωπίζουμε με τη συμβατική λογική που απορρέει από τον εθισμό στην αντίφαση, η χώρα έχει βγει από το προστατευτικό κουκούλι του Μνημονίου και είναι πλέον αντιμέτωπη με τις αγορές. Και οι αγορές, σε αντίθεση με την Τρόικα, δεν έχουν κανέναν λόγο να μην κατηγοριοποιήσουν αυτό που γίνεται στη χώρα ως κατάσταση αυξημένου πολιτικού ρίσκου.