Στην Ελλάδα έχουμε αποδείξει ότι δεν είμαστε σε θέση, ενδεχομένως και δεν μας ενδιαφέρει να κάνουμε δημόσιο διάλογο. Ισχύει για τους πολιτικούς, ισχύει για εμάς τους δημοσιογράφους, ισχύει ενδεχομένως για τους περισσότερους από όσους εκφράζονται στα κοινωνικά δίκτυα. Μας αρκεί να κολλάμε τον άλλο στον τοίχο και να παίρνουμε likes από τους ομοϊδεάτες. Έστω κι έτσι, έστω και στην πολεμική, υπάρχουν κάποιοι κανόνες που αν τους ακολουθούσαμε, θα βοηθούσαν  να επικοινωνούμε λίγο καλύτερα. Κανόνες για επαγγελματίες αλλά και ερασιτέχνες αρθρογράφους οι οποίοι, προσωπικά, με έχουν προστατέψει από κακοτοπιές. Ας τους δούμε σαν υπόσχεση για τη νέα χρονιά, την οποία φυσικά θα καταπατήσουμε.

Κανόνας πρώτος, δεν γράφουμε ψέματα. Αυτονόητο για ότι γνωρίζουμε από πρώτο χέρι. Πολλές φορές ωστόσο δεν μπορούμε να ξέρουμε τι είναι αλήθεια και τι όχι. Σε αυτή την περίπτωση αναγκαστικά στηριζόμαστε σε άλλες πηγές. Μερικές φορές μπορεί να μας σώσει. Θυμάμαι στο όχι τόσο μακρινό παρελθόν, λίγο πριν από μια εκλογική αναμέτρηση, έγκριτος δημοσιογράφος είχε γράψει για γνωστό πολιτικό ότι είναι αρχηγός των τρομοκρατών. Στη δίκη που ακολούθησε, μετά από μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση, παρουσίασε έγγραφο της ΕΥΠ όπου μια «πηγή» έκανε αυτή την εκτίμηση. Εξωφρενική και εμφανώς ψευδής, πλην όμως ο δημοσιογράφος αθωώθηκε επικαλούμενος το δημόσιο ενδιαφέρον. Το αντίθετο συνέβη με δημοσιογράφους που είχαν γράψει για τις υποτιθέμενες σχέσεις πολίτη πάλι με την τρομοκρατία. Παρότι πηγή ήταν η ίδια η αστυνομία, καθώς δεν υπήρχε γραπτή απόδειξη, αναγκάστηκαν να πληρώσουν συνολικά πολλές δεκάδες χιλιάδες ευρώ αποζημίωση. Έτσι ο δημοσιογράφος που έγραφε ψέματα, αθωώθηκε και οι δημοσιογράφοι που έγραψαν ότι τους είπε η αστυνομία, καταδικάστηκαν. Αδικίες της ζωής. Προσοχή ακόμα και αν γράφουμε την αλήθεια, όταν αφορά την προσωπική ζωή και δεν παρουσιάζει δημόσιο ενδιαφέρον, πάλι παραβιάζουμε τον νόμο.

Κανόνας δεύτερος, ασκούμε κριτική στις πράξεις όχι στα πρόσωπα. Για παράδειγμα αυτό που είπε ο τάδε είναι ψέμα, όχι ο τάδε είναι ψεύτης. Αυτό επιβάλει κατ αρχήν ο πολιτικός πολιτισμός. Όταν προσβάλεις προσωπικά τον άλλο οι πιθανότητες να σε ακούσει είναι ελάχιστες. Αποτελεί ωστόσο και ένα μέσο αυτοπροστασίας. Το Σύνταγμα προστατεύει την ελευθερία της γνώμης και ο νόμος εξαιρεί ρητά από την συκοφαντική δυσφήμιση δυσμενείς κρίσεις που σχετίζονται με την επιστημονική, καλλιτεχνική ή επαγγελματική εργασία ενός προσώπου. Προφανώς δεν απαγορεύονται οι προσωπικοί χαρακτηρισμοί που ενδεχομένως θίγουν την υπόληψη  ενός προσώπου, πρέπει ωστόσο να είναι αιτιολογημένοι και να αιτιολογούνται από το δημόσιο ενδιαφέρον. Αυτό, αν κληθείτε, πρέπει να μπορείτε να το αποδείξετε σε ένα αστικό δικαστήριο, ουσιαστικά δηλαδή να αποδείξετε την αθωότητά σας, πράγμα όχι πάντα εύκολο. Προσοχή ο πρώτος κανόνας έχει εφαρμογή και εδώ. Με άλλα λόγια δεν μπορείτε να ασκείτε κριτική στις πράξεις κάποιου, αν αυτή η κριτική στηρίζεται σε αναληθή γεγονότα.

Κανόνας τρίτος, αποφύγετε τον διαλεκτικό υλισμό. Να στηρίζετε δηλαδή τις απόψεις και την κριτική σας σε ότι υποστηρίζει συγκεκριμένα ο άλλος, όχι στο τι κατά την γνώμη σας υπηρετεί «αντικειμενικά». Για παράδειγμα, αν ένα κείμενο διαφωνεί με την συμφωνία των Πρεσπών κι επειδή ως γνωστόν διαφωνεί και ο υπερεθνικιστής Γκρουέφσκι, δεν είναι σωστό να πείτε ότι το συγκεκριμένο κείμενο υπηρετεί «αντικειμενικά» το VMRO. Δείχνει κακή πρόθεση και δεν λέει τίποτα, γιατί βέβαια με την ίδια ευκολία μπορεί να φιλοτεχνηθεί και το ακριβώς αντίθετο αφήγημα.

Κανόνας τέταρτος, θα μπορούσε να θεωρηθεί και υποκατηγορία του τρίτου, μην αποδίδετε σε ιδιοτελή κίνητρα την έκφραση μιας άποψης με την οποία διαφωνείτε. Πρώτον επειδή δεν μπορεί ποτέ να γνωρίζετε τα πραγματικά κίνητρα, άλλωστε άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Δεύτερον επειδή δείχνει ένδεια επιχειρημάτων: δεν μπορείτε να απαντήσετε στις απόψεις και επιτίθεστε στο πρόσωπο. Τρίτον επειδή και πάλι ένα τέτοιο επιχείρημα μπορεί εύκολα να αντιστραφεί. Προφανώς εξαιρούνται οι περιπτώσεις ασυμβίβαστου, ιδίως μη ομολογημένου. Στα πλαίσια του ίδιου κανόνα μπορούμε να εντάξουμε και το επιχείρημα «κοίτα ποιος μιλάει». Πέραν της αγένειας προδίδει και πάλι ένδεια επιχειρημάτων και φυσικά αποκλείει κάθε διάλογο. Άλλωστε γιατί ασχολούμαστε με κάποιον που δεν θεωρούμε ότι έχει δικαίωμα να μιλάει; Εδώ προφανώς εξαιρείται η επισήμανση αντιφάσεων λόγων και έργων. Για παράδειγμα ένας ο οποίος έχει διατελέσει στέλεχος του ΠΑΣΟΚ ή της ΝΔ δεν μπορεί σήμερα να λέει 40 χρόνια καταστρέψατε την Ελλάδα και να προσποιείται ότι ψιχαλίζει. 

Τελευταίος κανόνας, πριν ξεσπαθώσουμε προσπαθούμε να καταλάβουμε τι ακριβώς υποστηρίζει ο άλλος. Γλυτώνουμε έτσι από το να βρεθούμε στην ιδιαίτερα αμήχανη κατάσταση, άλλα να λέει και σε άλλα να απαντάμε. Αυτονόητο πλην όμως είναι εντυπωσιακό πόσοι διαβάζουν αυτά που θέλουν στα κείμενα των άλλων.

Είναι απλοί κανόνες, κάποιοι μπορεί να τους θεωρήσουν τετριμμένους,  θα εκπλαγείτε ωστόσο πόσο πολύ βοηθούν να διατηρούμε καλές σχέσεις και να επικοινωνούμε με όσους διαφωνούμε. Καλή χρονιά!