«Όχι, όχι αυτό δεν είναι τραγούδι
Είναι η τρύπια στέγη μιας παράγκας
Είναι η γόπα που μάζεψε ένας μάγκας
Κι ο χαφιές που μας ακολουθεί».

Είναι οι καταληκτικοί στίχοι της «Παράγκας» του Διονύση Σαββόπουλου, που μπορεί να μην ασχολείται πια με «πασέ» θέματα όπως οι διώξεις αγωνιστών (ή και πολιτών χωρίς την παραμικρή πολιτική δράση), καθώς δεν είναι δα και η ανέξοδη φιλανθρωπία του «Όλοι μαζί μπορούμε» για να απασχολεί τον ίδιο, ευτυχώς όμως η τέχνη παύει να ανήκει στον δημιουργό της, με την ολοκλήρωση του έργου.

Κι όμως παρά την απομάκρυνση του καλλιτέχνη από το ίδιο του το έργο, η περιγραφή του, για τον «χαφιέ που μας ακολουθεί» όχι μόνο είναι ακριβέστατη και εύγλωττη, αλλά δυστυχώς για την ελληνική κοινωνία, έχει μετατραπεί από την περιγραφή ενός μιαρού όσο και περιθωριακού τύπου, στο πρότυπο του πολίτη των ημερών μας.

Δικαστές και αστυνομικοί που κάνουν «τη δουλίτσα τους» θέλησαν να στείλουν στη φυλακή δυο νέους με βάση ένα αμφιλεγόμενο δείγμα DNA σε όπλα που δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ και από κανένα (με χαραγμένα θρησκευτικά σύμβολα, ενώ αποδόθηκαν σε αναρχικούς) για 13 ολόκληρα χρόνια.

Η αντίδραση όσων έδειξαν αλληλεγγύη και ήταν πολύ περισσότεροι από τον αυστηρά αναρχικό χώρο και η κατακραυγή για την απαράδεκτη πρωτόδικη απόφαση, ήταν πιθανότατα αυτά που οδήγησαν στην αποφυλάκιση των δύο έπειτα από έκτιση ενός ολόκληρου χρόνου της ποινής.

Νωρίτερα, ήταν οι δυο κατηγορούμενοι για τη Marfin. Μια ανώνυμη επιστολή προς την αστυνομία που κατονόμαζε τρεις που «είχαν συμμετοχή» τόσο στα γεγονότα της Κερατέας όσο και εκείνα της Marfin. Ο φωτογράφος που απαθανάτισε τη σκηνή του εμπρησμού εμφανίστηκε σίγουρος πως δεν ήταν εκείνοι. Τα βίντεο τους έδειχναν να φορούν διαφορετικά ρούχα και οι κατήγοροί τους επέμεναν πως επρόκειτο για... συνήθη πρακτική των αναρχικών. Η συγκεκριμένη σκευωρία κατέπεσε, γιατί ο σχεδιασμός της προφανώς ήταν βραχύς και προσδοκούσε σε άμεσα οφέλη.

Συγκεκριμένα, να αποδείξει ότι το κράτος κάνει τη δουλειά του. Τα τελευταία χρόνια, στα δικαστήρια σέρνονται διαδηλωτές που πρώτα ξυλοφορτώθηκαν από τα ΜΑΤ σε ειρηνικές διαδηλώσεις και έπειτα για να «ξεπλυθεί» η δράση των δυνάμεων καταστολής δεξιών και «αριστερών» κυβερνήσεων, προσπαθούν να τους φορτώσουν το... μισό ποινικό κώδικα για να μεταφέρουν την ευθύνη.

Δικαστές που δικάζουν, με αντιεπιστημονικά, ιδεοληπτικά κριτήρια, με στερεότυπα που χρησιμοποιούσαν τα μετεμφυλιακά στρατοδικεία, μιλώντας για την ανταρτομάνα Θεσσαλία και τα... ύποπτα ταξίδια στη Βαρκελώνη. Που θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον αν ο δήμος της Βαρκελώνης, τους αντέτεινε καμιά μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση ζητώντας εκατομμύρια αποζημίωσης. Ιεροεξεταστές που διυλίζουν Ηριάννες και Περικλήδες και αφήνουν ελεύθερους από καθ' ομολογία δολοφόνους ως και εκδότες που κάθε τους έκδοση παραβιάζει από το πρώτο ως το τελευταίο, όλα τα άρθρα του αντιρατσιστικού νόμου που έχει γίνει κουρελόχαρτο για τα σκουπίδια.

Πρώτοι υπεύθυνοι βέβαια για την δράση δικαστών και αστυνομικών, είναι οι νομοθέτες. Η κυβέρνηση, που διατηρεί και απλώνει τον αντιτρομοκρατικό νόμο -που δεν αποτελεί πια και μνημονιακή υποχρέωση- δίνοντας την ευκαιρία σε Αστυνομία και δικαστές, να κατηγορούν αθώους για κοινωνικές σχέσεις με άλλους κατηγορούμενους που έχουν αθωωθεί!

Το κατηγορητήριο, λοιπόν, μπορεί να κατέπεσε στο Εφετείο γιατί ήταν κατασκευασμένο πρόχειρα. Την επόμενη φορά όμως, μπορεί να μην είναι. Για όποιον βρέθηκε στο πλευρό της Ηριάννας και του Περικλή, η κατάργηση του τρομονόμου αποτελεί μονόδρομο για να μην υπάρξουν άλλες Ηριάννες και Περικλήδες. 

Κλείνοντας και πάλι με τα λόγια του καλλιτέχνη από την «Αμνηστία '64»:

«Είμαστ’ οι πρώτοι κι ακολουθάνε
αναστημένοι χίλιοι νεκροί
ίδιοι καιροί ξημερώνουνε πάλι
να η φωτιά να η ζωή».