Οι σημερινοί κυβερνώντες δεν είναι οι μόνοι που έχουν την ψευδαίσθηση ότι είναι διάνοιες της πολιτικής στρατηγικής και μπορούν να αλλάζουν κατά το δοκούν την ατζέντα ή να στήνουν σχέδια διεμβολισμού των αντιπάλων τους. Συνέβη και σε άλλους κατόχους της καρέκλας που νόμισαν ότι η παραμονή τους στην εξουσία θα είναι παντοτινή. Βεβαίως, η ιστορία μας διδάσκει ότι μόνο τα διαμάντια είναι παντοτινά, αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση.

Σημαίνει αυτό ότι ο κ. Τσίπρας και οι συν αυτώ δεν έχουν ικανότητες; Φυσικά και όχι! Μην παραγνωρίζουμε τι έχει πετύχει ο κ. Τσίπρας: από παρίας του πολιτικού συστήματος, έγινε αρχηγός της αντιπολίτευσης καβαλώντας το ρεύμα της λαϊκής οργής, κέρδισε τις εκλογές και, ακόμα και αν χρειάστηκε να συνθηκολογήσει στην πλάτη της χώρας, επανεφηύρε τον εαυτό του και κυβερνά σχεδόν αδιατάρακτα για τέσσερα χρόνια. Πρέπει, όμως, να διαχωρίζουμε την τακτική από τη στρατηγική.  

Εκεί είναι ακριβώς και το πρόβλημα: με δεδομένη την πολιτική φθορά του κυβερνώντος κόμματος και με δεδομένο ότι προς τα Αριστερά δεν υπάρχει περιθώριο πολιτικής επιβίωσης, οι στρατηγικοί νόες του Μαξίμου συνέλαβαν το σχέδιο της κεντροαριστερής διεύρυνσης, αλλά και του διεμβολισμού του Κινήματος Αλλαγής. Σε αυτόν τον πολιτικό χώρο εντοπίζεται, πράγματι, μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων που θα μπορούσε να «ρεφάρει» τις απώλειες που έχει ο ΣΥΡΙΖΑ, τόσο προς τη ΝΔ, όσο και προς τα αριστερά του και προς την αποχή. 

Τι έκαναν λοιπόν; Επιχείρησαν άτσαλα να θέσουν ένα δίλημμα στο κόμμα της Φώφης Γεννηματά: «είτε θα έρθετε μαζί μας, είτε θα σας πάρουμε το «μαγαζί». Αυτή ήταν, πέρα από τον διεμβολισμό της ΝΔ που επίσης πήγε άκλαυτος, ένας από τους δύο βασικούς στρατηγικούς στόχους ως προς το εσωτερικό πολιτικό φάσμα, της Συμφωνίας των Πρεσπών. Το αποτέλεσμα; Και το ΚΙΝ.ΑΛ. δεν συνέπλευσε στρατηγικά με τον ΣΥΡΙΖΑ, γνωρίζοντας ότι αυτή θα είναι η αρχή της διάλυσής του, και δεν επέτρεψε τη λεηλασία του. Τι πήρε ο Αλέξης Τσίπρας από το ΚΙΝ.ΑΛ.; Ορισμένους γεφυροποιούς με ακαδημαϊκές περγαμηνές και μηδενική κοινωνική αναφορά, τη ΔΗΜΑΡ των 50 ανθρώπων και κάτι απογοητευμένα στελέχη του κόμματος που δεν έβλεπαν φως (σ.σ. και μερικοί δεν έβλεπαν και το βουλευτιλίκι που εποφθαλμιούσαν). Αραία αραία, για να φαινόμαστε καμιά σαρανταρέα δηλαδή.

Και δεν ήταν μόνο το άτσαλο δίλημμα. Ήταν και ορισμένες προκλητικές, στα όρια της αλαζονείας, δηλώσεις «μπαρουτοκαπνισμένων» κυβερνητικών στελεχών, όπως του υπουργού Επικρατείας Χριστόφορου Βερναρδάκη, ο οποίος, με την επίκληση της αυθεντίας του στις δημοσκοπήσεις, είπε το περισπούδαστο ότι το ΚΙΝ.ΑΛ. μπορεί και να μην μπει στη Βουλή. 

Τι κατάφερα τελικά; Συσπείρωσαν το Κίνημα Αλλαγής και του επέτρεψαν να αγοράσει πολιτικό χρόνο ως τις εκλογές. Όποιος παρακολούθησε το συνέδριο του ΚΙΝ.ΑΛ. το Σαββατοκύριακο, δεν μπορεί να μην έβγαλε αυτό το εύκολο συμπέρασμα. Και μπορεί, κατά την άποψή μου, το κόμμα να έπρεπε να λέγεται ΠΑΣΟΚ ή, επίσης, να κουράζει η διαρκής παρελθοντολογία με την αναπόληση του Ανδρέα, αλλά κανείς δεν μπορεί πλέον να αγνοεί το ΚΙΝ.ΑΛ. Όσο και αν συμπιεστεί λόγω πόλωσης ή υποσκελιστεί από την πάντα επικίνδυνη Χρυσή Αυγή, την επομένη των εκλογών δεν θα είναι απλώς μια αμελητέα ποσότητα. Και αυτό συμβαίνει, διότι για λίγο, αφήνει τα εσωτερικά του στην άκρη και, αισθανόμενο απειλή από το Μαξίμου, αντιδρά. 

Και αυτό, ναι, είναι ένα πραγματικό επίτευγμα των κατά φαντασίαν Ταλλεϋράνδων που, επί χάρτου, έχουν αναδιατάξει τρεις-τέσσερις φορές το πολιτικό σκηνικό.