To πρόβλημα με την συμφωνία για το Μακεδονικό δεν έχει να κάνει με την συμφωνία καθαυτή. Όποιος έχει στοιχειώδη ρεαλισμό κατανοεί ότι εξ αρχής σε ένα τέτοιο πλαίσιο μπορούσαμε να κινηθούμε. Έτσι κι αλλιώς τα θετικά δεν βρίσκονται τόσο στο γράμμα της συμφωνίας όσο στη δυναμική που μπορεί να δημιουργηθεί στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Πολιτικά και οικονομικά είναι πολύ περισσότερα αυτά που μας ενώνουν από αυτά που μας χωρίζουν.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι σε ένα τόσο φορτισμένο συναισθηματικά θέμα, η χώρα εμφανίζεται διχασμένη. Το μακεδονικό μάλιστα έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη εκρηκτικό κλίμα στις σχέσεις της κυβέρνησης με την αντιπολίτευση, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την υπόθεση Novartis και τις κατηγορίες για κυβερνητική σκευωρία. Αντί να κλείνουμε ζητήματα κινδυνεύουμε να μπούμε σε ένα φαύλο κύκλο αντιπαραθέσεων που θα δημιουργήσουν συνθήκες παράλυσης στη χώρα.

Η κυβέρνηση φέρει στο θέμα αυτό βαρύτατες ευθύνες με μεθοδεύσεις που δεν έχουν προηγούμενο. Δεν είναι μόνο και δεν είναι τόσο όσα προηγήθηκαν, η προσπάθεια δηλαδή του κ. Τσίπρα να προκαλέσει εσωκομματικό πρόβλημα στη ΝΔ. Έτσι κι αλλιώς γύρισε μπούμερανγκ, συσπειρώνοντας μάλλον τη ΝΔ, σε θέσεις πολύ πιο σκληρές. Ο κ. Μητσοτάκης ουσιαστικά αναγκάστηκε να ακολουθήσει την πολιτική Σαμαρά,  κάνοντας  ταυτόχρονα πολύ πιο δύσκολη την αποδοχή της συμφωνίας από την Ελληνική κοινωνία. Σαν να ξαναζούμε ένα αντεστραμμένο 1992.

Πολύ πιο προκλητική όμως είναι η πρωτοφανής συμπεριφορά του κ. Καμένου η οποία έρχεται ευθέως σε αντίθεση με το πνεύμα, πιθανότατα και το γράμμα του Συντάγματος. Γιατί βέβαια όλοι οι υπουργοί είναι εξ ολοκλήρου υπεύθυνοι για την γενική πολιτική της κυβέρνησης. Δεν μπορεί να παραμένει υπουργός και ταυτόχρονα να λέει ότι διαφωνεί σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα.

Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να λέει πως δεν υπάρχει θέμα με την συμφωνία επειδή έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορέσει να αλλάξει το Σύνταγμα ο Ζάεφ και κατά συνέπεια η συμφωνία δεν θα έρθει ποτέ στην Ελληνική Βουλή. Έχουμε δηλαδή τον πρωθυπουργό που μιλάει για μια ιστορική συμφωνία και την ίδια στιγμή έναν κορυφαίο υπουργό του να λέει μην το πιστεύετε δεν θα γίνει τίποτα. Μεγαλύτερη κοροϊδία του Ελληνικού λαού και μεγαλύτερο εκχυδαϊσμό της πολιτικής δεν μπορεί κανείς να διανοηθεί. Ο κ. Καμένος και όλα τα στελέχη των ΑΝΕΛ οφείλουν να παραιτηθούν τώρα από την κυβέρνηση.

Ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ επικαλέστηκε την ανάγκη κυβερνητικής σταθερότητας, ότι δεν θέλει δηλαδή να βάλει σε κίνδυνο την έξοδο της χώρας από το Μνημόνιο. Αλλά βέβαια αυτό είναι άσχετο. Αν διαφωνεί παραιτείται και συνεχίζει να δίνει ψήφο ανοχής σε μια κυβέρνηση μειοψηφίας, ως ότου έλθει ο περιπόθητος Αύγουστος και η έξοδος. Έτσι μόνο θα μπορούσε άλλωστε να ισχυριστεί ότι το κάνει για καλό σκοπό, όχι για να κρατήσει την καρέκλα. Γιατί βέβαια υπάρχει και το άλλο ζήτημα. Το 2015 είπε ότι συνεργάστηκε με τον ΣΥΡΙΖΑ για να φύγουν τα Μνημόνια. Όταν συνυπέγραψε το τρίτο Μνημόνιο ισχυρίστηκε ότι παραμένει με τον ΣΥΡΙΖΑ για να βγούμε από τα Μνημόνια. Τώρα που και αυτό το παραμύθι τελειώνει πάνω σε ποια βάση θα συνεχιστεί η συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ; Εντάξει  ρητορικό το ερώτημα, όλοι ξέρουμε, όμως η κοροϊδία έχει και ένα όριο.

Η στάση των ΑΝΕΛ επιτρέπει στη Νέα Δημοκρατία να θέσει θέμα και για το αν έχει την νομιμοποίηση η κυβέρνηση  να προχωρήσει σε μια τέτοια συμφωνία. Φυσικά όχι με το γράμμα του νόμου, τέτοιο θέμα δεν τίθεται. Επί της ουσίας όμως, δηλαδή πολιτικά, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ  μόνος του, δεν έχει την πλειοψηφία που απαιτείται στη Βουλή. Έτσι δεσμεύει την χώρα σε μια διαδικασία η οποία μετά από ένα σημείο, στην πράξη, δεν θα είναι αναστρέψιμη, ακόμα και αν καταψηφιστεί στην Ελληνική Βουλή. Αν η ΦΥΡΟΜ τηρήσει τους όρους της συμφωνίας, θα είναι πολύ δύσκολο να ανακληθεί εκ των υστέρων  η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ ούτε θα είναι εύκολο να βάζει η Ελλάδα βέτο στις διαδικασίες ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Με αυτή την έννοια είναι αναγκαίο να τεθεί η συμφωνία στην κρίση των βουλευτών εγκαίρως, όχι στο τέλος της διαδικασίας. Είναι μια κίνηση με ρίσκο, αναγκαία όμως για να μην μετατρέψουμε το μακεδονικό σε ανοιχτή πληγή όπου η μία πλευρά θα θεωρεί ότι η συμφωνία επιβλήθηκε πραξικοπηματικά. Κάποια στιγμή άλλωστε όλοι οι πολιτικοί πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Και φυσικά θα κριθούν όχι μόνο για τις θετικές αλλά και για τις αρνητικές τους ψήφους.