Δεν ξέρω πόσοι γνωρίζετε τον Μανώλη Πετσίτη, αλλά είμαι σίγουρος ότι όλοι θα θέλατε να έχετε την τύχη του. Είναι μερικές φορές, άλλωστε, κάτι συμπτώσεις που σου αλλάζουν τη ζωή.

Ο κ. Πετσίτης, λοιπόν, ήταν ένας άνθρωπος που δούλευε σκληρά και υποαμοιβόμενος. Ο πρώτος ήταν δα ή ο τελευταίος στα χρόνια της μνημονιακής μέγγενης; Δούλευε, λοιπόν, σερβιτόρος σε μια πιτσαρία επί της λεωφόρου Συγγρού και έβγαζε λίγα χρήματα, ίσα-ίσα για να συντηρείται. Για παράδειγμα, ο άνθρωπος το 2013 δήλωσε σχεδόν 5.000 ευρώ. Διόλου απίθανο έτσι όπως ήταν η αγορά εργασίας. Μάλιστα, το 2014 που βγαίναμε στο ξέφωτο της ανάπτυξης, τα πράγματα για τον άνθρωπο πήγαν χειρότερα και δήλωσε σχεδόν 2 χιλιάρικα λιγότερα, ήτοι λίγο περισσότερα από 3.000 ευρώ. 

Θα μου πείτε και θα έχετε και δίκιο: τι μας νοιάζει εμάς η ιστορία του κ. Πετσίτη; Δεν λέω ότι υποχρεωτικά σας νοιάζει, αλλά έχει ένα ενδιαφέρον, γιατί, όπως προείπα, ποτέ δεν ξέρεις πώς σου τα φέρνει η τύχη. Έτσι, λοιπόν, ο άνθρωπός μας, από εκεί που μετρούσε και το πενηντάλεπτο, με βάση τα δηλωθέντα εισοδήματά του, βρέθηκε το 2015 σε καλύτερη κατάσταση. Από μια εταιρεία ασφαλιστικών συμβούλων, στην οποία δούλευε ήδη από το 2014, εμφανίζεται να λαμβάνει περί τις 17.500 ευρώ. Κανένα πρόβλημα, μέχρι στιγμής, και λογικό, εφόσον ο άνθρωπος βρήκε μια πιο σταθερή δουλειά από το να δουλεύει ως σερβιτόρος. 

Και, επειδή φαίνεται πως η τύχη χαμογέλασε στον κ. Πετσίτη, οι δουλειές ανοίγουν το 2016: την ώρα που η αγορά προσπαθεί ακόμα να συνέλθει από το σοκ του 2015, ο κ. Πετσίτης βρήκε έξι δουλειές και «καθάρισε» περί τα 200 χιλιάρικα. Και δεν είναι ότι βρήκε δουλειές σε 6 εστιατόρια, αλλά σε μεγάλες εταιρείες: στην περίφημη πλέον ELFE του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη, στην Alpha Digital, στην Forthnet και σε κάτι άλλες εταιρείες, σε εντελώς διαφορετικά αντικείμενα. Το, δε, 2017 ο κ. Πετσίτης έμεινε περίπου στα ίδια, εισπράττοντας περί τα 176.000 ευρώ. 

Θα πρόκειται, αναμφίβολα, για άνθρωπο-θαύμα: από εκεί που πάλευε να τα βγάλει πέρα και δεν είχε να πάρει ένα κουλούρι, όχι μόνο βρέθηκε να εισπράττει περί τα 200 χιλιάρικα μέσα σε έναν χρόνο, αλλά δούλευε και σε πολλές ελληνικές εταιρείες. Αυτές οι εταιρείες, προφανώς, κάτι είδαν στον Μανώλη Πετσίτη, ο οποίος είναι μάλλον κάτι σαν τον Ταλαντούχο Κύριο Ρίπλεϊ, μόνο χωρίς τόσο σατανικές εξάρσεις και χωρίς σπουδές στο Πρίνστον. 

Όσο για τα προσόντα του ανθρώπου-που αγνοώ και γι’ αυτό δεν αμφισβητώ-, θα μπορούσα να έχω μια μάλλον καλή εξήγηση: αν κρίνω από το ότι είχε πετύχει σχεδόν ακριβώς το εκλογικό αποτέλεσμα του Σεπτεμβρίου του 2015, όντας στο ίδιο γραφείο με τον πρωθυπουργό και του συνεργάτες του τη μέρα των εκλογών, ως φίλος του Νίκου Παππά, προφανώς πολλές εταιρείες είδαν στο πρόσωπό του έναν «γκουρού» των προβλέψεων και της ανάλυσης και έσπευσαν να τον προλάβουν, πριν τον κλέψουν εταιρείες τύπου Microsoft και Apple. Μόνο που έπεσαν πολλές μαζί οι εταιρείες πάνω στον τάλαινα και μάλλον μπερδεμένο Μανώλη Πετσίτη, οπότε και αυτός δεν μπόρεσε να δώσει την καρδιά του-και το ΑΦΜ του-σε μία, συνεπώς τα έδωσε σε όλες. 

Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα ευθυμογράφημα, αν δεν αφορούσε έναν μέχρι πριν πέντε μέρες παντελώς άγνωστο άνθρωπο, ο οποίος, όμως, αποδεικνύεται ότι ήταν στην καρδιά ενός συστήματος εξουσίας. Ως τι όμως; Και πώς κατάφερε να πείσει σοβαρές εταιρείες-και κάμποσες μαζί-ότι έπρεπε να τον προσλάβουν, κατά σύμπτωση, μετά τις δεύτερες εκλογές του 2015; 

Αυτά, λοιπόν, και άλλα πολλά είναι ερωτήματα που πρέπει να απαντήσει η κυβέρνηση. Όπως πρέπει να απαντήσει και τι έγινε με την περίπτωση της ΔΕΠΑ και της ELFE. Μπορεί και να μην έγινε τίποτα. Να μην ακούσουμε, όμως, την κυβέρνηση να το λέει και να το στοιχειοθετεί; Ιδίως μια κυβέρνηση που, σε άλλες περιπτώσεις, αποδεικνύεται λαλίστατη για υποθέσεις διαφθοράς που αφορούν τους προηγούμενους, όταν, όμως βρίσκεται σε θέση ερωτώμενου-ούτε καν απολογούμενου-κάνει την πάπια, όπως θα έλεγαν και στο χωριό μου. Εκτός αν ο κ. Πετσίτης είναι ο χαμένος ξάδερφος του Γιούρι Γκέλερ, οπότε ουδέν ζήτημα.