Ήταν τίμια η πράξη του Γιώργου Κυρίτση να αποδεχθεί το λάθος του και να ανασκευάσει τη δήλωσή του, ότι «κανείς δεν πέθανε από βόμβες μολότοφ». Η τραγωδία της Marfin, οι τρεις νεκροί υπάλληλοι της τράπεζας που έχασαν τη ζωή τους με τραγικό τρόπο, είναι μια ακόμη κηλίδα ντροπής για την ελληνική πολιτεία, που εννιά χρόνια μετά, δεν έχει ακόμη καταφέρει να τιμωρήσει τους ενόχους αυτού του φριχτού εγκλήματος. Ίσως για αυτό, το τραύμα αυτό παραμένει βαθιά ακόμη βυθισμένο στο συλλογικό μας υποσυνείδητο. Μιλάμε με τόση ευκολία για τις αυτοκτονίες στα χρόνια του μνημονίου, για τους νεκρούς της ΕΡΤ, για τους νεκρούς από το μαγκάλι, αλλά ξεχνάμε την τραγική μέρα της Marfin.

Πριν δυο χρόνια, στην αίθουσα του δικαστηρίου, άνθρωποι που έζησαν τη φρίκη, κατέθεσαν πως «διαδηλωτές» ούρλιαζαν απ’ έξω «να καείτε». Έβλεπαν ανθρώπους ανυπεράσπιστους, παγιδευμένους μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα να μην έχουν διέξοδο διαφυγής κι εκείνοι ούρλιαζαν επιδεικτικά, ζητωκραυγάζοντας για τον αναμενόμενο θάνατό τους. Είναι δύσκολο να το συλλάβεις, ακόμη κι αν δεν το έχεις ζήσει.

Λίγοι το θυμούνται, αλλά η τραγωδία στη Marfin συνέβη την ημέρα που στη βουλή ψηφίζονταν το πρώτο μνημόνιο. Πολύ πριν εφαρμοστούν μέτρα, πολύ πριν κοπούν μισθοί και συντάξεις, προτού η ανεργία φτάσει στα ύψη, προτού ο κόσμος χάσει τις δουλειές του, προτού οι νέοι και δημιουργικοί άνθρωποι εγκαταλείψουν αυτό τον τόπο. Πολύ πριν οι λέξεις «μνημόνιο – αντιμνημόνιο» μπουν στις ζωές μας και πολύ πριν κάποιοι χτίσουν καριέρα, υποσχόμενοι έναν Παράδεισο, με Ζάππεια, διαγραφές χρέους και επαναδιαπραγμάτευση. Και αποδεικνύει ότι το τυφλό μίσος κάποιων απέναντι στους «άλλους» δεν είχε αφετηρία τα μνημόνια, αλλά τα νοσηρά μυαλά αυτών που αγαπούν να μισούν.